Αρχείο κατηγορίας ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Αγαθόν

Αγαθόν: (το) Εκ του ρήματος «άγαμαι», ήτοι θαυμάζω, σέβομαι, τιμώ. Περί προσώπων, αγαθός είναι ο καλός, ήπιος ευγενής κατά την κοινωνική τάξη, ο καλός, ο ανδρείος, ο ηθικός. Περί πραγμάτων, αγαθόν είναι παν το καλό, το ωφέλιμο και το χρήσιμο.

Κατά τους Πυθαγορείους, ο Κόσμος αποτελεί καθεαυτός μία εκδήλωση ή ανάπτυξη του απολύτου Αγαθού, ενώ κάποιοι εξ αυτών σημειώνουν, ότι το Αγαθόν μπορεί να εκδηλωθεί μόνον διά μέσου υπάρξεων «συμπαγών».

Κατά τον Σωκράτη, το Αγαθόν είναι οι αναλλοίωτοι θεσμοί του Κόσμου (και είναι τέτοιο όχι επειδή το απεδέχθησαν οι Θεοί, αλλ’ αντιθέτως, επειδή όντας τέτοιο επέβαλε στους Θεούς να το αποδεχθούν), το δε ύψιστο ανθρώπινο Αγαθόν είναι η Ευδαιμονία, εν γένει αγαθόν δε εντός του ανθρωπίνου βίου είναι κάθε τι το πνευματικώς ωραίο και ωφέλιμο, το οποίο συντελεί στην «επιμέλεια της Ψυχής».

Κατά τον Επίχαρμο, το Αγαθόν είναι πράγμα καθεαυτό, ο δε μαθών και γνωρίζων αυτό καθίσταται αυτομάτως αγαθός, όπως ο μαθών την αύληση καθίσταται αυλητής.

Κατά τον Ακαδημεικό Σπεύσιππο («Όροι»), Αγαθόν είναι εκείνο που υπάρχει για τον εαυτό του, το αίτιο τού κάθε τι που αποβλέπει προς τον εαυτό του, η πηγή όλων των επιλογών του αγαθού ανθρώπου, εκείνου δηλαδή που επιτελεί τα αγαθά κατά το ανθρώπινο μέτρο («ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΩι ΤΑΓΑΘΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΝΤΟΣ»).

Κατά τον Ευκλείδη τον Μεγαρικό, μαθητή του Σωκράτους και ιδρυτή της Σχολής των Μεγαρικών (βλ. λ.) ή «Εριστικών» ή (αργότερα, όπως τους απεκάλεσε πρώτος ο Διονύσιος ο Χαλκηδόνιος) «Διαλεκτικών», το Αγαθόν διατυπώνεται, με βάση τον Παρμενίδη, μονιστικά: «είναι ένα μόνον πράγμα που τού δίδουμε πολλά ονόματα» («ΟΥΤΟΣ ΕΝ ΤΩ ΑΓΑΘΟΝ ΑΠΕΦΑΙΝΕΤΟ ΠΟΛΛΟΙΣ ΟΝΟΜΑΣΙ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΝ, ΟΤΕ ΜΕΝ ΓΑΡ ΦΡΟΝΗΣΙΝ, ΟΤΕ ΔΕ ΘΕΟΝ, ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΕ ΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΙΠΑ», Διογένης Λαέρτιος 2, 106), δεν υπάρχει δε αυτό που είναι αντίθετο προς το Αγαθόν («ΤΑ Δ’ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩι ΑΓΑΘΩι ΑΝΗιΡΕΙ, ΜΗ ΕΙΝΑΙ ΦΑΣΚΩΝ», Διογένης Λαέρτιος, ως άνω).

Ο Στωϊκός Σενέκας υποστηρίζει, ότι το Αγαθόν μπορεί να πραγματωθεί μόνον εντός εκείνου το οποίο είναι λογικόν (Epist. 124, 13 κ.ε.), για τους δε Ηδονιστές, Αγαθόν είναι παν ό,τι κατευθύνει προς την Ευδαιμονία.

Θυραθεν Φιλοσοφικο Λεξικο

Advertisements

Δωδεκάεδρον

Δωδεκάεδρον: Έν εκ των 5 λεγομένων κανονικών πολυέδρων (Τετράεδρον ή Πυραμίς, το οποίο οι Πυθαγόρειοι αντιστοιχίζουν στην συμβολιστική τους στο Πυρ, Εξάεδρον ή Κύβος, το οποίο αντιστοιχίζουν στην Γη, Οκτάεδρον, το οποίο αντιστοιχίζουν στον Αέρα, Εικοσάεδρον, το οποίο αντιστοιχίζουν στο Ύδωρ και Δωδεκάεδρον, το οποίο αντιστοιχίζουν στην λεγομένη Πέμπτη Ουσία ή Πεμπτουσία), το μεγαλύτερο όλων σε επιφάνεια και όγκο (και δι’ αυτό πληρούν περισσότερο από όλα τα άλλα την σφαίρα: «ΤΟΥΤΟ Δ’ ΗΝ ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟΝ, ΟΝ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΣΤΕΡΕΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ, ΕΙΣ ΣΦΑΙΡΑΝ ΕΚΤΕΙΝΕΣΘΑΙ», όπως σημειώνει ο Ιάμβλιχος), αποτελούμενο εκ 12 ισοπλεύρων και ισογωνίων πενταγώνων και έχον 20 ίσες στερεές γωνίες. Το Δωδεκάεδρον αποτελεί την «ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ» κατά τον Τίμαιο τον Λοκρό (στα σωζόμενα τού «Περί Φύσιος Κόσμω και Ψυχάς»), καθώς «ΔΙΑΖΩΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΠΑΝ», αποτελώντας «ΟΙΚΕΙΟΝ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ», διότι «ΚΟΙΝΗΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΚΟΠΗΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ ΕΚΑΣΤΟΥ ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟΝ» και στα εγκόμσια πράγματα και όντα «ΑΠΟ ΤΩΝ ΥΠΕΡΚΟΣΜΙΩΝ ΕΝΔΙΔΟΤΑΙ ΠΑΣΙ ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟΝ ΕΙΣ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΜΕΘΕΞΕΩΣ, ΟΠΕΡ ΕΣΤΙ ΤΗΣ ΣΦΑΙΡΩΣΕΩΣ» (κατά τον Δαμάσκιο, στον «Φαίδωνα»).

Θυραθεν Φιλοσοφικο Λεξικο

 

Κικέρων για τον Ουάρρωνα

«Ήμασταν σαν ξένοι, σαν πλάνητες αλλοδαποί μέσα στην ίδια μας την πόλη, μέχρι που τα βιβλία σου μας οδήγησαν στην πατρίδα και μας έκαναν τελικά ικανούς να γνωρίζουμε ποιοί ήμασταν και που ζούσαμε.

Μας αποκάλυψες την ηλικία της πατρίδας μας, την χρονολογία της Ιστορίας μας, τις αρχές της θρησκείας μας και των ιερέων μας, το πώς να δρούμε στο σπίτι και το πεδίο της μάχης, την τοπογραφία και τα ονόματα των θέσεων, των περιοχών και των τόπων, το όνομα, το είδος, την λειτουργία και την καταγωγή του κάθε ιερού και κοσμικού πράγματος»

(Κικέρων για τον Ουάρρωνα)

 

Ο ΒΛΑΣΗΣ ΡΑΣΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ

Ο συγγραφέας Βλάσης Γ. Ρασσιάς μιλάει για την δύναμη των Αρετών στο τέλος της διάλεξής του για τις αρετές της Καρτερίας, της Συνέσεως και της Φρονήσεως, στα πλαίσια των «Σεμιναρίων Ελληνικής Ηθικής Φιλοσοφίας» στο Φιλοσοφικό Αθήναιο «Εκατηβόλος», στις 9 Νοεμβρίου 2013.
 

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΦΟΡΕΣ ΑΡΕΤΗ!

 
Οι Έλληνες είχαν μία εμμονή με αυτό που εκείνοι ονόμαζαν αρετή. Δεν θυμάμαι που το είχα διαβάσει, νομίζω στο «Ελληνικό πνεύμα και η σημασία του για μας» του Λίβινγκστον. Ένα βιβλίο πάλι, που διάβασα κάποτε, του Αντρέ Κοντ Σπονβίλ είχε την ονομασία «μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών». Το είχα παρατημένο στην βιβλιοθήκη του χωριού μου. Το Σάββατο που είχα πάει στο χωριό, το ξέθαψα, το έφερα μαζί μου και μελέτησα τις σημειώσεις μου. Ο λόγος; Στα χέρια μου περιήλθε το βιβλίο του Βλάση Ρασσιά, «Αρετή, το αξιακό σύστημα των Ελλήνων».

Ήθελα να μελετήσω την διαφορά στην αρετή ανάμεσα σε έναν δηλωμένο άθεο, αλλά υπερασπιστή της Ευρωπαϊκής ηθικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα χριστιανικά ευαγγέλια από την μία και στον πιο αυθεντικό εκφραστή της αρχαίας Ελληνικής ψυχής στις μέρες μας από την άλλη.

Θα γράψω στο μπλογκ μου, για την ενδιαφέρουσα αυτή αντιπαραβολή. Αλλά δεν είναι για αυτό η ανάρτηση. Είναι για να τονίσω το ότι αν θες να προσεγγίσεις αυτό που λέμε Ελλάδα, βιβλία σαν αυτό του Ρασσιά είναι απαραίτητα στην βιβλιοθήκη σου.

Διότι ο ελληνισμός με το -ισμός συνειδητά, δεν είναι απλά αντιχριστιανισμός, αντισκοταδισμός, αντιμεσσιανισμός… Δεν είναι αντί, διότι ο ελληνισμός είναι υπεροχή, υπερηφάνεια και όχι κόμπλεξ. Όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας στο βιβλίο του, ελληνισμός είναι Αρετή, Αρετή, Αρετή, Αρετή. Τέσσερις φορές! Και το τέσσερις φορές δεν είναι τυχαίο για έναν Έλληνα. Με τις τέσσερις φορές θεσμοθετεί σαν την ίδια την φύση, όπως τέσσερα είναι τα σημεία, του ορίζοντα, τέσσερις οι θεμελιώδες μονάδες της φύσης, τέσσερα τα στοιχεία της φύσης όπως μας παρέδωσαν οι προσωκρατικοί ακόμα, τέσσερις οι κύκλοι της Γης μας γύρω από τον Ήλιο για να ολοκληρώσει ένα έτος…

Δοβίστης Λαέρτης

ΑΡΕΤΗ… ΑΡΕΤΗ… ΑΡΕΤΗ… ΑΡΕΤΗ!  

 

Η επικάλυψη της ανατολής πάνω στην Ελληνική Φιλοσοφία

 William Bouguereau (1825-1905) – Dante et Virgile, 1850
Τολμηρή, σχεδόν σα θύελλα, η ελληνική φιλοσοφία τον 6ον π.χ. αιώνα ρίχτηκε στο δρόμο πού φέρνει από το μύθο στο λόγο. Πιστεύοντας στη δύναμη της ανθρώπινης διάνοιας οι μεγάλοι προσωκρατικοί Ίωνες, ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης, έφτιαξαν την επιστημονικά θεμελιωμένη τους  εικόνα του κόσμου και ξεπέρασαν τις μυθικές παραστάσεις. Το ίδιο κι ο Σωκράτης κ” οι μικρές σχολές που ξεκινούν απ” αυτόν καθώς κ” η ελληνιστική φιλοσοφία της Στοάς και του Επίκουρου είταν σύμφωνοι σ” αυτό, πως κ” η ηθική  συμπεριφορά του ανθρώπου εξαρτάται από τη γνώση του. Ο ιντελλεκτουαλισμός αυτός που διαλαλεί την αυτονομία του ανθρώπινου λογικού αποτελεί το ραχοκόκκαλο στην οργανική ανάπτυξη της ελληνικής φιλοσοφίας. Πολύ νωρίς όμως με την ορθολογιστική αυτή κατεύθυνση διασταυρώθηκε ένα θρησκευτικό ρεύμα που βαστούσε από την Ανατολή, η Ορφική, που χωρίζοντας σώμα και ψυχή, ύλη και πνεύμα, θεό και κόσμο, έφερε το δυϊσμό στην ελληνική διανόηση κι αντίς σε λογικές αποδείξεις στηρίχτηκε σε θεία αποκάλυψη.
Είναι αλήθεια πως η ελληνική διάνοια σε ανθρώπους σαν τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του, τον Εμπεδοκλή, τον Πλάτωνα, πάσκισε και τη θεωρία αυτή να την καταλάβει και να τη δουλέψει με νόηση. Έμεινε όμως αυτή σαν κάτι ξένο στην ελληνική διανοητική ζωή.
Στην ελληνιστική εποχή και στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν όχι μονάχα η Ανατολή εξελληνίστηκε παρά κι ο ελληνικός λαός σε μεγάλο βαθμό εξανατολίστηκε, ο διανοητικός αυτός τρόπος έλαβε από την παλιά του πατρίδα καινούρια τροφή κ” ενίσχυση. Άν στον Ποσειδώνιο ήδη η τάση να συμβιβάσουν φιλοσοφία και θρησκεία, που είταν πάντα ζωηρή στη Στοά, προβάλλει αισθητά ενισχυμένη, η από τη σκέψη χαλαρωμένη δύναμη τη φιλοσοφικής θεωρίας δεν είναι πια στο νεοπυθαγορισμό, στην ελληνιστικό – ιουδαϊκή φιλοσοφία και στο νεοπλατωνισμό αρκετά μεγάλη ώστε να στήσει φραγμό στο θρησκευτικό μυστικισμό που χύνεται στη φιλοσοφία με κύματα όλο και πιο φουσκωμένα.
Γιατί, όσο κι αν θαυμάζει κανείς στο σύστημα του Πλωτίνου το τελευταίο πέταμα της αρχαίας διανόησης, παρατηρεί όμως πως αυτό έχει γνωρίσματα ξένα στη ουσία του ελληνισμού και τα ίχνη του ξεπεσμού  ήδη αρκετά καθαρά, που στους διαδόχους του πληθαίνουν και βαθαίνουν. Γιατί κάτω από τα χέρια ενός Ιάμβλιχου κ” ενός Πρόκλου η φιλοσοφία μουδιάζει και παίρνει τον τύπο σχολαστικής φιλοσοφίας, που γνωρίσματά της είναι ίσα ίσα όχι να ζητεί να ξεπεράσει τις μυθικές παραστάσεις με απροκατάληπτη έρευνα κι ανεξάρτητη λογική διανόηση, παρά έργο της έχει την καθιερωμένη θρησκεία να τη στηρίξει νοητικά και να την παρουσιάσει εννοιολογικά κατανοητή. Έτσι στη θέση της γνώσης μπαίνει εδώ η εκστατική αποκάλυψη. Αφού η ελληνική φιλοσοφία αυτόν τον αυτοευνουχισμό τον εκτέλεσε στον εαυτό της, σωριάζεται εξαντλημένη στην αγκαλιά της θρησκείας, όπως ο Πρόκλος σ” έναν από τους ύμνους του το ζητεί από τους θεούς:
«Κ” έτσι αφίστε με τον κουρασμένο, στης ευλάβειας το λιμάνι ν” αράξω»
Κ΄η ίδια εξέλιξη όπως στη γνωσιοθεωρία και τη μεταφυσική γίνεται και στην ηθική και την πολιτική.  Κ” εδώ η Ορφική είχε γνωρίσει ήδη στους Έλληνες τον ολότελα ασυμβίβαστο με τη φύση του Έλληνα ασκητισμό και σε συνάφεια μ’αυτόν την ιδέα της λύτρωσης, της σωτηρίας της ψυχής. Αυτό είναι το ίσα ίσα αντίθετο της στηριγμένης στη γνώση σωκρατικής αυτάρκειας.
Ο Έλληνας την καταπίεση και τον περιορισμό φυσικών σωματικών αναγκών την ξέρει μονάχα από την άποψη της σκληραγωγίας, που για σκοπό έχει μιαν ανώτερη κυριαρχία και αποδοτική ικανότητα του σώματος. Αντίθετα η ορφική άσκηση, που ξαναξυπνάει στο Νεοπυθαγορισμό και στο Νεοπλατωνισμό, υπηρετεί θρησκευτικούς , πιο σωστά καθαρτικούς σκοπούς: την απελευθέρωση της ψυχής από την τάχατες ακαθαρσία του σώματος. Απ” αυτή ρουφήχτηκε στο τέλος ο αρχικά ολωσδιόλου διαφορετικά τοποθετημένος και προς την ανεξαρτησία του ατόμου προσανατολισμένος κυνικός ασκητισμός και πέρασε μαζί της στο χριστιανικό καλογερισμό (August. civ. dei XIX 19). Χέρι χέρι πηγαίνει μ” αυτό στη μεταριστοτελική φιλοσοφία, προπάντων στην τελευταία της φάση, το Νεοπλατωνισμό, η υποχώρηση των πολιτικών ιδεών κ” η ενίσχυση στη φιλοσοφία του ατομισμού, που χωρίς άλλο είχε προετοιμαστεί με τους Κυνικούς και προκόψει στους Επικούρειους.
Αυτόν ήρθε να τον υποστηρίξει η γενική πολιτική κατάσταση. Γιατί όχι μονάχα η ελληνική πόλη είχε σβήσει από καιρό, παρά κι όλα τ” αρχαία κράτη χάθηκαν μέσα στη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία. Κι η στωϊκή ιδέα της οικουμενικής πολιτείας, που κλείνει μέσα της όλους τους ανθρώπους, κληρονομήθηκε στη χριστιανική οικουμενική εκκλησία, που αγκαλιάζει όλους (αρκεί όλοι να είναι με το ζόρι χριστιανοί) μέσα σε μια πίστη για τη σωτηρία της ψυχής.
Πηγή: ΤΣΕΛΛΕΡ – ΝΕΣΤΛΕ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ