Αρχείο κατηγορίας ΡΟΔΟΣ ΝΗΣΟΣ ΘΕΟΥ ΗΛΙΟΥ

Aς σηκώσουμε στους ώμους τους προγόνους μας τιμώντας τους και παραδειγματίζοντας τους απογόνους

Είναι και εκείνη η ιστορία του Διαγόρα του Ρόδιου. Ιστορία πραγματική, που το συναίσθημά της είναι τόσο δυνατό, ώστε αυτή να γίνει μύθος και να το ανεβάσουν οι Έλληνες στο βάθρο της διδαχής.
Ο Διαγόρας ο Ρόδιος, ο μεγάλος Ολυμπιονίκης της πυγμαχίας, ο περιοδιονίκης, τούτος δηλαδή που κατατρόπωσε τους αντιπάλους του τόσο στα Νέμεα, όσο στα πύθια και στα Ίσθμια.
Σε προχωρημένη ηλικία πια, παρακολούθησε την νίκη των γιων του στους 83ους Ολυμπιακούς αγώνες. Αυτοί τον σήκωσαν στα χέρια και τον περιέφεραν στο στάδιο με τον κόσμο να τον αποθεώνει. Τότε ένας από τους θεατές σύμφωνα με τον μύθο, φώναξε προς τον Διαγόρα, «πέθανε τώρα Διαγόρα, ανεβασμένος επάνω στον Όλυμπο». Μετά από λίγο ο Διαγόρας άφησε την τελευταία του πνοή, στην μέγιστη ευτυχία, πάνω στον ανθρώπινο Όλυμπο, πάνω στους ώμους των γιον του.
Οι γιοι του έβγαλαν νέους Ολυμπιονίκες γιους και εγγονούς.
Είναι απίστευτο το πως εκείνος ο λαός έφτιαχνε μύθους με τον βίο του. Μύθους που θα είναι τροχιοδεικτικός για όλες τις γενιές των ανθρώπων, μέχρι την τελευταία στιγμή που το είδος μας θα εξαλειφθεί από τον πλανήτη.
Έτσι και εμείς περήφανα και όχι λιγόψυχα, την δύσκολη στιγμή, ας σηκώσουμε στους ώμους τους προγόνους μας τιμώντας τους και παραδειγματίζοντας τους απογόνους.
Advertisements

ΠΑΝΑΙΤΙΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ

 

 Ο Παναίτιος, με τη μορφή λογίου του
Μεσαίωνα από το Χρονικό της
Νυρεμβέργης
Πρώτος διδάσκαλος της λεγόμενης  ‘’Μέσης Στοάς’’ ορίζεται ο Παναίτιος ο Ρόδιος (τόπος γεννήσεως η Λίνδος της Ρόδου, περ. 185-περ. 110), στωϊκός φιλόσοφος του 2ου αιώνος π.α.χ.χ., υιός του εύπορου και ευγενούς Νικαγόρου και μαθητής στην Πέργαμο τον Κράτητος του Μαλλιώτου. Αργότερα, ως μαθητής του Διογένους του Βαβυλωνίου και, εν συνεχεία, του Αντίπατρου, εσχετίσθη στην Αθήνα με την εκεί  Στωϊκή  Σχολή, της οποίας και ανέλαβε τελικώς την διεύθυνση το έτος 129, στρέφοντας την προς έναν Λογικό Ανθρωπισμό που πλέον (απο)δέχεται περισσότερο την πιθανότητα από την βεβαιότητα ( ο Bevan χαρακτηρίζει την διδασκαλία του Παναίτιου ως εστιασμένη στο χρέος να κάνει τον Όλο Κόσμο περισσότερο ανθρώπινο). Χαρακτηριστική είναι η διασωθείσα στο  ‘’Ανθολόγιον’’ του Στοβαίου,  ‘’αιρετική’’ θέση της Στοάς περί των  ‘’Εκπυρώσεων’’ :  ‘’ΠΑΝΑΙΤΙΟΣ ΠΙΘΑΝΩΤΕΡΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΖΕΙ ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΑΡΕΣΚΟΥΣΑΝ ΑΥΤΩι ΤΗΝ ΑϊΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ  Ή ΤΗΝ ΤΩΝ ΟΛΩΝ ΕΙΣ ΠΥΡ ΜΕΤΑΒΟΛΗΝ’’.

Στα ενδιάμεσα χρόνια, διέμεινε  πάλι για ένα διάστημα στην Ρόδο, μετέβη όμως και στην Ρώμη, ίσως το έτος 144, όπου η φήμη του τον έφερε σε επαφή με ηγετικούς κύκλους της εκεί κοινωνίας. Υπήρξε φίλος και διδάσκαλος του Ανθυπάτου Rutilius Rufus, του μεταρρυθμιστού  Τιβερίου Γράκχου, του γραμματικού Aelium Stilon , του Gaius Fannius, του Quintum Tiberon, του Μουκίου Σκαιβόλα και του Σκιπίωνος του Νεότερου, τον οποίο συνόδευσε το έτος 141, σε ένα ταξίδι του στις ανατολικές επαρχίες του Ρωμαϊκού Κράτους. Ο ποιο σημαντικός από τους μαθητές του ήταν ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια. Από τα έργα του Παναίτιου έχουμε σήμερα μόνον κάποια υπολείμματα, οι επιδράσεις όμως που ήσκησαν η διδασκαλεία και τα συγγράμματά του ήσαν τόσο σημαντικές, ώστε ο φιλόσοφος δύναται να θεωρηθεί πως εγκαινίασε μια εντελώς νέα εποχή στην Στωϊκή Φιλοσοφία (την λεγόμενη ‘’Μέση Στοά’’), η οποία εποχή γεννά και προβάλλει πλέον έναν Λογικό Ουμανισμό. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τον μετριασμό του αυστηρού και άκαμπτου δογματισμού της παλαιοτέρας Στοάς, με εγκατάλειψη της επιμονής στη θεωρία και στροφή προς μία Ηθική, προσανατολισμένη προς την πρακτική καθημερινότητας, κυρίως προς την πρακτική καθημερινότητα του πολιτικού βίου (εισάγει  μάλιστα και ένα ‘’2ας τάξεως’’  σύστημα Ηθικής,  προορισμένο να καθοδηγεί ανθρώπους που δεν ήσαν ακόμη σοφοί και ικανοί να είναι αγαθοί με την ιδανική στωϊκή σημασία).

 

 Marcus Tullius Cicero,
03 Ιανουαρίου 106 π.α.χ.χ.-
07 Δεκεμβρίου 43 π.α.χ.χ.

 

Ο Παναίτιος  βεβαίως ησχολήθη και με γνωσιοθεωρητικές και κοσμολογικές μελέτες:  ‘’Περί προνοίας’’ (εξέταση του Κόσμου και της ψυχής, της αθανασίας και της προφητικής ικανότητος), ‘’Περί Σωκράτους και Σωκρατικών’’ (με δοξογραφικό κυρίως υλικό), σημαντικότερα ωστόσο, και με πλουσιότερες συνέπειες ήσαν τα έργα του περί ‘’Περί Πολιτείας’’ (θέματα τα οποία άπτοντο με τα πολιτεύματα σε συσχετισμό προς τις διδασκαλίες του Πλάτωνος), ‘’Περί ευθυμίας’’ (για την καλή ψυχική διάθεση), καθώς και οι διδακτικού περιεχομένου επιστολές προς τον Quintum Aelius Tiberon(που κατά πάσαν πιθανότητα τις εχρησιμοποίησε ο Κικέρων) , κυρίως όμως το εκπληκτικό έργο του ‘’Περί καθήκοντος’’, το οποίο απέδωσε μάλλον πολύ πιστά ο Κικέρων,  στα δύο πρώτα βιβλία του δικού του έργου ‘’De Officiis’’. Η Ηθική που παρουσιαζόταν εδώ, μία Ηθική προσανατολισμένη στην καθημερινή πρακτική, κατέστησε δυνατή τη δημιουργία μιας γέφυρας επικοινωνίας μεταξύ της Στοάς και της παραδοσιακής Ρωμαϊκής Σκέψεως , καθώς η τελευταία έριχνε το βάρος της κατά κύριο λόγο στα εγκόσμια πράγματα, παρακολουθούσε από πολύ κοντά τον ανθρώπινο βίο και ήταν πράγματι προσανατολισμένη προς την καθημερινή πρακτική.

Ο Παναίτιος, χρησιμοποιώντας την πιθανότητα, πολύ πιο συχνά από την βεβαιότητα των προηγούμενων διδασκάλων της Στοάς, επικεντρώνει την προσοχή του στωϊκού όχι μόνο στο γενικό και καθολικό αλλά και στο επιμέρους και εισάγει δίπλα στην έννοια της ακάμπτου Δικαιοσύνης την αρχή της Καλής Θελήσεως και του σεβασμού των συγκεκριμένων περιστάσεων, υπολογίζει τον τόπο, τον χρόνο και την προσωπικότητα, σε μια νέα θέαση που επιτρέπει πλέον μια εύκαμπτο και χρηστική αποτίμηση των ανθρωπίνων πράξεων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς (‘’Επειδή οι άνθρωποι με τους οποίους ζούμε δεν είναι τέλειοι και αληθινά σοφοί, αλλά άνθρωποι που πράττουν ορθώς αν διαθέτουν ομοιώματα αρετής, νομίζω πως εξυπακούεται ότι δεν θα πρέπει να μένουμε εντελώς αδιάφοροι απέναντι σε εκείνον που εμφανίζει κάποια ένδειξη αρετής ’’  Παναίτιος, σε Κικέρωνα, De Officiis, 1, 46) Ο Παναίτιος ήταν συνεπώς εκείνος που έφερε σε επαφή με το πνευματικό φως της Στοάς τους μορφωμένους και καλλιεργημένους εκ των Ρωμαίων, οι οποίοι, σε επαφή με την Ελληνική Φιλοσοφία εξέλιξαν σύντομα μία Νέα Ρωμαϊκή Ηθική, τόσο στον ατομικό όσο και τον πολιτικό βίο.
Το Έμβλημα των Στωϊκών-The Stoic Emblem

Η μεγαλυτέρα τομή του Παναίτιου είναι η εισαγωγή, ή μάλλον ανάδειξη ενός όρου που πρωτοεισήγαγε ο Ζήνων, του όρου ‘’Καθήκον’’ (Πρόκειται για το μετέπειτα  ‘’Officio’’ του Κικέρωνος και των Ρωμαίων στωϊκών).  Ως  ‘’Καθήκον’’ ορίζεται λοιπόν από τη ‘’Μέση Στοά’’ και εντεύθεν η ‘’αρμόζουσα πράξη’’, ‘’αυτό που ο Λόγος μας πείθει να πράξουμε’’ (Διογένης Λαέρτιος 7, 108), ή ‘’η πράξη που επιδέχεται λογική εξήγηση’’ (στο αυτό 7, 107).  Ως αντίθετο του ‘’Καθήκοντος’’ ορίζεται επίσης ‘’το παρά το καθήκον’’ και γίνεται πλέον σαφής διάκριση ανάμεσα στη θεωρητική (‘’Τελεία’’) και  την πρακτική πλευρά (‘’Ομοίωμα’’) της Αρετής. Η εισαγωγή από τη ‘’Μέση Στοά’’ της εννοίας του ‘’Καθήκοντος’’,  ξεκινά από τις πιο κάτω τρεις αφετηρίες:

Αφετηρία 1: Όλα τα σφάλματα είναι ισοδύναμα το ίδιο και οι ορθές πράξεις.  Δεν υπάρχουν βαθμοί  Καλού και Κακού.

 

Αφετηρία 2: ο κάθε άνθρωπος  έχει τα δικά του, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

 

Αφετηρία 3:ο ‘’Σοφός’’ είναι ένας θεωρητικός στόχος, ένα ‘’τέλος’’ μια απρόσιτη ολοκλήρωση και τελειότης (ο ίδιος μάλιστα ο Παναίτιος εδήλωνε ότι ‘’πολύ απείχε από του να είναι ‘’Σοφός’’, όπως διασώζει ο Σενέκας,  Epistulae, 116.5).

 

Το ‘’Καθήκον’’ συνίσταται, με πλήρη συνείδηση του ανεφίκτου του λεγομένου ‘’Κατορθώματος’’, στην αναζήτηση εκείνων που συνηθέστερα προτίμα η Φύση, δηλαδή της φροντίδος για το γενικό συμφέρον και της αποφυγής της αδικίας. Η εκτέλεση του ‘’Καθήκοντος’’, είναι το αποτέλεσμα της εναρέτου διαθέσεως του πνεύματος, και όποτε μάλιστα αποδεικνύεται ‘’συνεχής’’ και όχι ευκαιριακή, αποτελεί σαφή ένδειξη προόδου, καθώς το κριτήριο του ‘’δέοντος’’, κατά τον Παναίτιο, είναι πάντοτε η ‘’Αυτογνωσία’’.

 

 

(Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά «Θεοίς Συζήν. Εισαγωγή στον Στωϊκισμό», Αθήναι 2001, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη»)

 

Η φιλοσοφική σχολή των Στωϊκών. Θέσειες, προτάγματα, βιογραφίες, κείμενα, βιβλιογραφία : http://www.rassias.gr/STOIC.html

 

 

 

  

 

 

 

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ Ο ΑΠΑΜΕΥΣ

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ Ο ΑΠΑΜΕΥΣ

 

Η μεγαλύτερη μετά τον Παναίτιο μορφή της «Μέσης Στοάς», θεωρείται ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς (από την Απάμεια της Συρίας, περ.135 – 51 ή 40), ένας στωϊκός φιλόσοφος του 2ου και  1ου αιώνος π.α.χ.χ., διακριθείς ιδιαιτέρως για την παρατηρητικότητά του, την ερευνητική επιμονή του (απεκλήθη και «Αθλητής»), την ειρωνική πνευματικότητά του και την πολυμάθειά του. Υπήρξε μαθητής του Παναιτίου που ίδρυσε αργότερα στη Ρόδο την δική του Στωϊκή Σχολή και μάλιστα, έχοντας πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ανέλαβε ακόμη και το αξίωμα του Πρυτάνεως. Αργότερα, ίσως από το έτος 105 ή 100, επεχείρησε μεγάλα ταξίδια σε ολόκληρο σχεδόν τον χώρο της Μεσογείου (Γαλατία, Ισπανία και Β. Αφρική). Τη Ρώμη επεσκέφθη αργότερα, το έτος 86 ή 85, ως μέλος διπλωματικής αποστολής των Ροδίων. Θεωρείται ο πιο μορφωμένος άνδρας της εποχής του, αλλά και ολοκλήρου της Ιστορίας της Στοάς. Στη Σχολή του, στη νήσο Ρόδο, την οποία διηύθυνε μέχρι τον θάνατό του, υπήρχε πάντοτε μεγάλη συρροή μαθητών, εδέχθη δε την επίσκεψη σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής όπως λ.χ. του Κικέρωνος, του Πομπηϊου -2 φορές-, του Ορντησίου, κ.ά.
Ο κατάλογος των τίτλων των έργων του είναι μεγάλος και περιλαμβάνει αρκετούς επί μέρους κλάδους, κανένα όμως από τα έργα του δεν επέζησε των χριστιανικών πυρών. Κάποια ελάχιστα από αυτά, μπορούν πάντως ν’ανασυγκροτηθούν, τουλάχιστον εν μέρει, με τη βοήθεια μεταγενεστέρων συγγραφέων που τα είχαν χρησιμοποιήσει. Με ένα μεγάλο ιστορικό έργο επίσης, ο Ποσειδώνιος προσεπάθησε να συνεχίσει το εντυπωσιακό έργο του Πολυβίου του Μεγαλοπολίτου και κατέγραψε την ταραχώδη χρονική περίοδο από το 144 έως το 85 («Ιστορία η μετά Πολύβιον», 52 εν συνόλω βιβλία). Στις φυσιογνωστικές του μελέτες ανήκαν έργα που αναφέρονταν σε θέματα γεωγραφίας, κλιματολογίας και αστρονομίας λ.χ. «Περί μετεώρων» (για διάφορα ουράνια φαινόμενα), «Περί ωκεανού και των κατ’ αυτόν» (για το φαινόμενο της παλιρροίας, για τους θαλασσίους δρόμους, για την περιφέρεια επίσης της Γής), «Περί του ηλίου μεγέθους», κ.ά. Θεματικώς συνδέονται με τα έργα του αυτά και οι πολλές κοσμολογικές του μελέτες, λ.χ. «Περί κόσμου» (μελέτη για το Όλον), «Φυσικός λόγος» (μελέτη των φυσικών νόμων), καθώς και ένα «Υπόμνημα στον πλατωνικό Τίμαιο».
Στον χώρο της καθαρής Φιλοσοφίας, ανήκουν, πέρα από το εισαγωγικό του έργο που έφερε τον τίλο «Προτρεπτικός», διάφορα έργα για την ψυχή («Περί Ψυχής»), για την γνώση («Περί κριτηρίου») και για την ηθική («Ηθικός λόγος»), «Περί αρετών», «Περί παθών», «Περί οργής», «Περί του καθήκοντος» και στον χώρο της Θεολογίας τα έργα «Περί Θεών», «Περί Μαντικής», «Περί Ειμαρμένης». Μνημονεύονται επίσης έργα του για την Αισθητική, τη Ρητορική, την λογοτεχνική κριτική (σύγκριση Ομήρου και Αράτου), καθώς επίσης και συγγράμματα εριστικού περιεχομένου και επιστολές.
Η τεραστία σημασία του έργου του Ποσειδωνίου δύσκολα μπορεί να υπολογισθεί και να αποτιμηθεί, καθώς κινείται στη συνένωση και χρήση αρκετών επί μέρους κλάδων της Επιστήμης, σε ένα εξαιρετικώς πλατύ πλέον φιλοσοφικό σύστημα, βάση του οποίου, εν τούτοις, παρέμενε πάντα η Στωϊκή Διδασκαλία, στην οποία εδίδετο ωστόσο μία αυστηρώς αιτιοκρατική αντίληψη των γεγονότων και της ερμηνείας τους, εξ ού και η προσωνυμία του «ο Αιτιολόγος». Με την διεύρυνση αυτή, ο Ποσειδώνιος επέστρεψε για μία ακόμη φορά πίσω στην παράδοση, που ήθελε την Φιλοσοφία να στέκεται, ως μία ανωτέρου επιπέδου ενότητα υπεράνω όλων των επιμέρους κλάδων της Επιστήμης. Ο φιλόσοφος μελέτησε και απετύπωσε στο νού του όλο το φάσμα των Επιστημών της εποχής του,  το κατέγραψε, το  επεξηργάσθη και  το έκαμε μεταβιβάσιμο όχι απλώς κατά τμήματα, αλλά και με την σπάνια επίσης εγκυρότητα του κατέχοντος την καθολική εικόνα, στο δε θρησκευτικό επίπεδο προέτεινε μία λογική και πνευματική λατρεία των Θεών δίχως την ανάγκη ιεροπραξιών.
Για την σύνδεση των εξαιρετικώς διαφορετικών μεταξύ τους τρόπων θεωρήσεως των πραγμάτων, ο Ποσειδώνιος εστηρίχθη στην έννοια της «Συμπαθείας». Η τελευταία, έκαμε δυνατή τη συνοχή του Κόσμου, τη συνάφεια όλων των ανομοίων δυνάμεων και των διαφορετικών μερών. Ο Κόσμος ήταν πλέον ένας γιγαντιαίος, ζωντανός ενιαίος οργανισμός, ένα ενιαίο οικοδόμημα, μέσα στο οποίο δρούν ποικίλες δυνάμεις που εξαρτώνται η μία από την άλλη και συμπληρώνουν η μία την άλλη. Τα τμήματα είναι τμήματα ενός ζώντος και ελλόγου Όλου, του οποίου η τελειοποίηση δίδει νόημα στα τμήματα. Μέσα σ’ αυτό το οικοδόμημα έχει, φυσικά, την θέση και συμμετοχή του ο Άνθρωπος, έργο του οποίου είναι η σύμπραξη σε μία υψηλή τάξη. Και μέσα στον ίδιο τον Άνθρωπο, δρουν διάφορες δυνάμεις, που αντιμάχονται η μία την άλλη αλλά και συνεργάζονται μεταξύ τους, λ.χ. το Λογικό, το Συναίσθημα και οι Ορμές (έργο της πρώτης είναι ο δαμασμός των άλλων).  Εδώ, ο Ποσειδώνιος έρχεται σε αντίθεση με την μονιστική αντίληψη περί ψυχής του Χρυσίππου (που απέκλειε άλογη ικανότητα της ψυχής και παρέπεμπε σε «εξωτερικές επιδράσεις») και ερμηνεύει αρκετά πειστικά την ανθρώπινη κακία, τοποθετώντας την «ρίζα» της μέσα στην ψυχή: το ανθρώπινο όν έχει φυσική συγγένεια όχι μόνο με την Αρετή και τη Γνώση (χαρακτηριστικά του Θεού) αλλά και με την ηδονή και τη ματαιοδοξία (χαρακτηριστικά της θνητής φύσεως).
Ίχνη από τα φυσικογνωστικά έργα του Ποσειδωνίου βρίσκονται στον Κικέρωνα (στο 2ο βιβλίο του De Natura Deorum και στα Tusculanesκαι DeDivinatione), τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, τον Σενέκα το Νεώτερο, τον Γαληνό, τον Κλεομήδη και τον Πρόκλο, ενώ τα φιλοσοφικά του έργα ήσκησαν μεγάλη επίδραση σε όλη την επόμενη Στοά, όλως ιδιαιτέρως δε στον φιλόσοφο – αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Μία συλλογή αναφορών για τον φιλόσοφο εξέδωσε το 1810 ο Bake, ενώ αρκετά αργότερα, το 1936, ο Ludwig Edelstein ανεκοίνωσε την προετοιμασία μίας εκδόσεως των σωζομένων αποσπασμάτων του, την οποία όμως δεν ηυτύχισε να ολοκληρώσει έως τον θάνατό του, το 1965. Τα σωζόμενα fragmenta του Ποσειδωνίου, εξεδόθησαν εν τέλει πολύ προσφάτως, μετά από επεξεργασία τριάντα περίπου ετών (1972-2000) από τον ελληνιστή I. G. Kidd (Posidonius: The Translation Of The Fragments, Cambridge Unicersity Press, 2000).
(Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά «Θεοίς Συζήν. Εισαγωγή στον Στωϊκισμό», Αθήναι 2001, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη»)