Αρχείο κατηγορίας ΙΣΤΟΡΙΑ

Έτσι ξεκινήσε το ΥΣΕΕ… Μετά από ένα ακόμα έγκλημά τους…

Το ιστορικό βίντεο του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών, τρία χρόνια μετά τις σοβαρές καταστροφές στον Βωμό του Θεού Διονύσου (στο αρχαίο «Ικάρειον») στην Ραπεντώσα Αττικής (1997) από φανατικούς χριστιανούς.

Το μνημείο αποκαταστάθηκε μερικά χρόνια αργότερα, είτε λόγω των αλλεπάλληλων πιέσεων του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών που είχε διεθνοποιήσει το σκάνδαλο, είτε στα πλαίσια των έργων βιτρίνας που έκανε το «Ελληνικό» Κράτος με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Ο χώρος είναι σήμερα εγκαταλελειμμένος και τυπικά κλειστός, δηλαδή μη νόμιμα προσβάσιμος σε επισκέπτες.

  ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΟΝ ΒΩΜΟ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΤΟ 1997 
Advertisements

Η επικάλυψη της ανατολής πάνω στην Ελληνική Φιλοσοφία

 William Bouguereau (1825-1905) – Dante et Virgile, 1850
Τολμηρή, σχεδόν σα θύελλα, η ελληνική φιλοσοφία τον 6ον π.χ. αιώνα ρίχτηκε στο δρόμο πού φέρνει από το μύθο στο λόγο. Πιστεύοντας στη δύναμη της ανθρώπινης διάνοιας οι μεγάλοι προσωκρατικοί Ίωνες, ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης, έφτιαξαν την επιστημονικά θεμελιωμένη τους  εικόνα του κόσμου και ξεπέρασαν τις μυθικές παραστάσεις. Το ίδιο κι ο Σωκράτης κ” οι μικρές σχολές που ξεκινούν απ” αυτόν καθώς κ” η ελληνιστική φιλοσοφία της Στοάς και του Επίκουρου είταν σύμφωνοι σ” αυτό, πως κ” η ηθική  συμπεριφορά του ανθρώπου εξαρτάται από τη γνώση του. Ο ιντελλεκτουαλισμός αυτός που διαλαλεί την αυτονομία του ανθρώπινου λογικού αποτελεί το ραχοκόκκαλο στην οργανική ανάπτυξη της ελληνικής φιλοσοφίας. Πολύ νωρίς όμως με την ορθολογιστική αυτή κατεύθυνση διασταυρώθηκε ένα θρησκευτικό ρεύμα που βαστούσε από την Ανατολή, η Ορφική, που χωρίζοντας σώμα και ψυχή, ύλη και πνεύμα, θεό και κόσμο, έφερε το δυϊσμό στην ελληνική διανόηση κι αντίς σε λογικές αποδείξεις στηρίχτηκε σε θεία αποκάλυψη.
Είναι αλήθεια πως η ελληνική διάνοια σε ανθρώπους σαν τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του, τον Εμπεδοκλή, τον Πλάτωνα, πάσκισε και τη θεωρία αυτή να την καταλάβει και να τη δουλέψει με νόηση. Έμεινε όμως αυτή σαν κάτι ξένο στην ελληνική διανοητική ζωή.
Στην ελληνιστική εποχή και στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν όχι μονάχα η Ανατολή εξελληνίστηκε παρά κι ο ελληνικός λαός σε μεγάλο βαθμό εξανατολίστηκε, ο διανοητικός αυτός τρόπος έλαβε από την παλιά του πατρίδα καινούρια τροφή κ” ενίσχυση. Άν στον Ποσειδώνιο ήδη η τάση να συμβιβάσουν φιλοσοφία και θρησκεία, που είταν πάντα ζωηρή στη Στοά, προβάλλει αισθητά ενισχυμένη, η από τη σκέψη χαλαρωμένη δύναμη τη φιλοσοφικής θεωρίας δεν είναι πια στο νεοπυθαγορισμό, στην ελληνιστικό – ιουδαϊκή φιλοσοφία και στο νεοπλατωνισμό αρκετά μεγάλη ώστε να στήσει φραγμό στο θρησκευτικό μυστικισμό που χύνεται στη φιλοσοφία με κύματα όλο και πιο φουσκωμένα.
Γιατί, όσο κι αν θαυμάζει κανείς στο σύστημα του Πλωτίνου το τελευταίο πέταμα της αρχαίας διανόησης, παρατηρεί όμως πως αυτό έχει γνωρίσματα ξένα στη ουσία του ελληνισμού και τα ίχνη του ξεπεσμού  ήδη αρκετά καθαρά, που στους διαδόχους του πληθαίνουν και βαθαίνουν. Γιατί κάτω από τα χέρια ενός Ιάμβλιχου κ” ενός Πρόκλου η φιλοσοφία μουδιάζει και παίρνει τον τύπο σχολαστικής φιλοσοφίας, που γνωρίσματά της είναι ίσα ίσα όχι να ζητεί να ξεπεράσει τις μυθικές παραστάσεις με απροκατάληπτη έρευνα κι ανεξάρτητη λογική διανόηση, παρά έργο της έχει την καθιερωμένη θρησκεία να τη στηρίξει νοητικά και να την παρουσιάσει εννοιολογικά κατανοητή. Έτσι στη θέση της γνώσης μπαίνει εδώ η εκστατική αποκάλυψη. Αφού η ελληνική φιλοσοφία αυτόν τον αυτοευνουχισμό τον εκτέλεσε στον εαυτό της, σωριάζεται εξαντλημένη στην αγκαλιά της θρησκείας, όπως ο Πρόκλος σ” έναν από τους ύμνους του το ζητεί από τους θεούς:
«Κ” έτσι αφίστε με τον κουρασμένο, στης ευλάβειας το λιμάνι ν” αράξω»
Κ΄η ίδια εξέλιξη όπως στη γνωσιοθεωρία και τη μεταφυσική γίνεται και στην ηθική και την πολιτική.  Κ” εδώ η Ορφική είχε γνωρίσει ήδη στους Έλληνες τον ολότελα ασυμβίβαστο με τη φύση του Έλληνα ασκητισμό και σε συνάφεια μ’αυτόν την ιδέα της λύτρωσης, της σωτηρίας της ψυχής. Αυτό είναι το ίσα ίσα αντίθετο της στηριγμένης στη γνώση σωκρατικής αυτάρκειας.
Ο Έλληνας την καταπίεση και τον περιορισμό φυσικών σωματικών αναγκών την ξέρει μονάχα από την άποψη της σκληραγωγίας, που για σκοπό έχει μιαν ανώτερη κυριαρχία και αποδοτική ικανότητα του σώματος. Αντίθετα η ορφική άσκηση, που ξαναξυπνάει στο Νεοπυθαγορισμό και στο Νεοπλατωνισμό, υπηρετεί θρησκευτικούς , πιο σωστά καθαρτικούς σκοπούς: την απελευθέρωση της ψυχής από την τάχατες ακαθαρσία του σώματος. Απ” αυτή ρουφήχτηκε στο τέλος ο αρχικά ολωσδιόλου διαφορετικά τοποθετημένος και προς την ανεξαρτησία του ατόμου προσανατολισμένος κυνικός ασκητισμός και πέρασε μαζί της στο χριστιανικό καλογερισμό (August. civ. dei XIX 19). Χέρι χέρι πηγαίνει μ” αυτό στη μεταριστοτελική φιλοσοφία, προπάντων στην τελευταία της φάση, το Νεοπλατωνισμό, η υποχώρηση των πολιτικών ιδεών κ” η ενίσχυση στη φιλοσοφία του ατομισμού, που χωρίς άλλο είχε προετοιμαστεί με τους Κυνικούς και προκόψει στους Επικούρειους.
Αυτόν ήρθε να τον υποστηρίξει η γενική πολιτική κατάσταση. Γιατί όχι μονάχα η ελληνική πόλη είχε σβήσει από καιρό, παρά κι όλα τ” αρχαία κράτη χάθηκαν μέσα στη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία. Κι η στωϊκή ιδέα της οικουμενικής πολιτείας, που κλείνει μέσα της όλους τους ανθρώπους, κληρονομήθηκε στη χριστιανική οικουμενική εκκλησία, που αγκαλιάζει όλους (αρκεί όλοι να είναι με το ζόρι χριστιανοί) μέσα σε μια πίστη για τη σωτηρία της ψυχής.
Πηγή: ΤΣΕΛΛΕΡ – ΝΕΣΤΛΕ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

19 Φεβρουαρίου 1794-Ο Σαιν Ζυστ εκλέγεται πρόεδρος της »Συμβατικής».

Από παλαιά διάλεξη του Βλάση Ρασσιά στο Φιλοσοφικό Αθήναιον «Εκατηβόλος», με θέμα το κίνημα «αποχριστιανισμού» κατά την Γαλλική Επανάσταση.

Λουϊ Αντουάν Λεόν ντε Σαιν Ζυστ

(Louis Antoine Leon de Saint Just,

25 Αυγούστου 1767 – 28 Ιουλίου 1794) http://www.rassias.gr/REVOL003.html 

Κυριάκος de Pizicolli, Ώ λαμπρά Λακωνική πόλις Σπάρτη

Το τραγικό ποίημα του Ιταλού αρχαιολάτρη, ανθρωπιστή και πληθωνιστή Κυριάκου de Pizicolli του Καλαβρού (1391 – 1452), που συνέγραψε τον Αύγουστο του έτους 1447, στεκόμενος με θλίψη εμπρός στα ερείπια της πάλαι ποτέ ενδόξου Σπάρτης.

(περιέχεται στην «Επίτομο Ιστορία των Σπαρτιατών», του Βλάση Γ. Ρασσιά)

«Alma citta Laconica Spartana
gloria de Grecia gia del mondo exemplo
d’arme, e de castita Gimnasio e Templo
e d’ogni alma virtu specchio e fontana,

Se politia costumi e legge humana,
con l’altre tuoi moral virtu contemplo,
puoi te remiro in Eurotia extemplo
exclamo al cuor dell’alma tua Diana:

Dov’el tuo bon Licurgo, ove Dioscori
divi Gemelli, Castore et Polluce,
Anaxandrida, Orthriada et Gilippo,
Euriste e Leonida, ove demori

Atride et Pausaniae chiaro Duce
Lisandro, Aristo, Agesilao et Xanthippo,
Non Roma ma el secol vil nostro ad confino
L’ avvolte in Mysithra sub Constantino».

«Ώ λαμπρά Λακωνική πόλις Σπάρτη
κλέος της Ελλάδος και του κόσμου όπλων παράδειγμα,
της σωφροσύνης Γυμνάσιο και Τέμενος
και της κάθε άλλης αρετής πηγή και ένοπτρον,

Τα θέσμια της Πολιτείας σου και τους νόμους,
με τις άλλες ηθικές αρετές σου σαν ανασκοπώ,
και μετά δίπλα στον Ευρώτα σε κοιτάζω
ανακράζω προς τον χώρο της Αρτέμιδός σου:

Πού είναι τώρα ο αγαθός Λυκούργος σου, οι Διόσκουροι
Θεϊκοί Δίδυμοι, Κάστωρ και Πολυδεύκης,
ο Αναξανδρίδας, ο Ορθρυάδης και ο Γύλιππος,
Ευρυσθένη και Λεωνίδα πού τώρα κατοικείτε;

Και ώ Ατρείδα και Παυσανία, λαμπρέ άρχων,

Λύσανδρε, Αρίστων, Αγησίλαε και Ξάνθιππε.

Όχι η Ρώμη, αλλά οι καιροί και η αθλιότης

των τωρινών γενεών σε μετέβαλαν

σε Μυζηθρά υπό τον Κωνσταντίνο».

Σπάρτη, Αύγουστος του 1447

Περιηγητής Κυριάκος de Pizicolli, ο Καλαβρός (1391 – 1452),
Ένα συγκλονιστικό επίγραμμα του Ιταλού περιηγητού του 15ου αιώνος Κυριάκου του Καλαβρού, ο οποίος είχε σημειώσει στα γραπτά του και το ότι «οι Δελφοί ονομάζονται Καστρί από τον μωρό εντόπιο όχλο που αγνοεί τι είδους χώματα πατάει».. Η νεοελληνική απόδοση είναι του Βλ. Ρασσιά με βάση την ελληνική μετάφραση του 15ου αιώνος η οποία από τον ιστορικό Λάμπρου αποδίδεται στον ίδιο τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα (πηγή: περιοδικό ΔΙΙΠΕΤΕΣ)

«Ύμνος στον Ήλιο» του Μιχαήλ Μάρουλλου

 (Επιλεγμένα από τον γράφοντα αποσπάσματα από τον «Ύμνο στον Ήλιο» του Μιχαήλ Μάρουλλου
σε μετάφραση του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου Σάθα – «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος Ζ)

«Μακράν σταθήτε βέβηλοι, να ο Θεός εφάνη!
να οι ναοί εσείσθηκαν εις ταις κρυφαίς σπηληαίς μας,
και το βουνό του Παρνασσού συθέμελον βρυχάται.
Πάλιν εκαταδέχθηκε ο Απόλλων να γυρίση
εις τα παληά λιμέρια του, να ζωντανεύση πάλιν
το σπήλαιον που τώβοσκεν αιώνια σαπίλλα,
πάλιν εμπνέει τας ψυχάς των σοβαρών ανθρώπων
και φωλιαστός ‘ς τα σωθικά στρέφει, γεννά τον οίστρον,
οπού ποτίζει την καρδιάν με βακχικήν μανίαν
και την ψυχήν μας συγκινεί, πιέζει και συντρίβει…

Ελάτε ν’ αγκαλιάσωμεν τους πατρικούς Θεούς μας,
και πρώτον τον μονογενή που μ’ άσβεστον λαμπάδα
τον κόσμον όλον κυβερνά, τον Ήλιον πατέρα…

που το πάθος του εδήλωσε κρυμμένος ‘ς την μαυρίλλαν
του σκοταδιού, λοξά θορών τα έργα των κακούργων.
Ούτε η δυστυχία μας, τα θαυμαστά μνημεία,
αι τέχναι μας, αι αρεταί κ’ αι θείαι συγγραφαί μας
αυτούς τους συνεκίνησαν! κ’ έπεσαν τόσα κάστρα
από φωτιάν και σίδηρον σύρριζα φαγωμένα,
και τόσοι χρυσομάρμαροι ναοί των ουρανίων,
κι άνθρωποι που ‘χαν εξ αρχής το κράτος γης, θαλάσσης
εδιώχθησαν, κι από ταις σπηληαίς εδιώξαν τα θηρία,
κι ακόμη, δυστυχής εγώ, Ιερόν ζητώ ‘ς τον κόσμον!

Ημείς, οπού το ύστερον ξεθύμασμα της Μοίρας
από πατρίδα εχώρησε και τάφους των γονέων
μένομεν εις παράδειγμα της ανθρωπίνης τύχης.
Αλλ’ αν του Βασιλέως μου και του υιού συνάμα
δεν δράμη η βοήθεια, ώ τότε επί τέλους
αι χάριτες ας σβέσωσι της θείας μας της γλώσσης
κι αυταί αι τέχναι ας χαθούν, τα ονόματα τα τόσα,
οπού τα καθιέρωσαν οι κόποι κ’ οι αιώνες,
‘ς τον βούρκο της λησμονησιάς δια πάντα ας ποντισθώσι,
κι αυτοί εδώ των Πελασγών τα λείψανα ας λάβουν,
και τ’ άγια μυστήρια, κι ας φιλοτιμηθώσι
να διασώσουν την τιμήν τοσούτων ονομάτων,
και τα βιβλία που δηλούν τόσους και τόσους κόπους
ψυχών οπού ενίκησαν τον χρόνον και τον Άδην.

Αυτή, ώ πάτερ Ήλιε, θα γίνη η οπλοθήκη
οπού μια ‘μέρα την πτωχήν φυλήν θ’ αναγεννήση»

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2012

Μιχαήλ Μάρουλλος ή Μαρούλης Ταρχανιώτης
(Michael Tarchaniota Marullus, περ. 1454 – 10 ή 14 Απριλίου 1500)

Έλληνας εθνικός, ουμανιστής λόγιος, ποιητής και «στρατιότο» («stradiotto») του 15ου αιώνα.

 

http://www.rassias.gr/1087MARULLUS.html



Ακενατόν. Η κατασκευή του πρώτου Μονοθεϊσμού

Ο νέος Φαραώ, αυτός ο εφευρέτης και βίαιος πρώτος εισηγητής αυτής της θρησκευτικής εκτροπής («μονοθεϊσμος») που αργότερα υπέταξε ολόκληρη την ανθρωπότητα, άλλαξε μάλιστα και το όνομά του σε Ακενατόν («Ο Άτων είναι ικανοποιημένος») και έκτισε μιά νέα πρωτεύουσα στην Αρκάνα. Στην πόλη αυτή υποστήριξε μιά νέα σχολή τέχνης η οποία εικονογράφησε με νατουραλιστικό τρόπο, με την γυναίκα του Νεφερτίτη και τις κόρες της, όλοι κάτω από την λαμπρότητα του Ηλίου, ο οποίος έφτανε στη γη με μακριές ακτίνες στη μορφή χεριών…

Κατά την βασιλεία του Αμουνχοτέπ του Γ΄ (1417-1439) ο δίσκος του Ηλίου που ονομάζεται Άτων, και ο οποίος στην Ηλιακή Τριάδα του Άμμωνος Ρα (Δημιουργία, Θείο Πνεύμα, Καταστροφή) ενσάρκωνε την τρίτη ηλιακή διάσταση, την καταστροφική, άρχισε να εμφανίζεται ως αυτεξούσια θεότητα, κυρίως σαν μία πολιτική προσπάθεια να αποδυναμωθεί το ιερατείο του Άμμωνος Ρα. Ήταν ωστόσο ο γιος και διάδοχος αυτού του Φαραώ, ο Αμουνχοτέπ ο Δ΄(1379-1362), εκείνος που με ανεξήγητο ζήλο προσπάθησε ουσιαστικά στην μεγαλύτερη θρησκευτική ανατροπή μέσα σε ολόκληρη την κατεγραμμένη Ιστορία, με το να οδηγήσει ολόκληρο το έθνος των Αιγυπτίων στην «μονοθεϊστικη» λατρεία του Άτων. Αντίθετα από τον πατέρα του, που υποκινείτο από πολιτικούς λόγους και απλώς επιθυμούσε να εξουδετερώσει την δύναμη του υπερβολικά πλούσιου ιερατείου του Άμμωνος, ο νέος Φαραώ έθεσε εκτός νόμου όλες τις άλλες λατρείες των Αιγύπτιων Θεών, κατέσφαξε τα ιερατεία, έκαψε τους ναούς, κομμάτιασε τα αγάλματά τους, έσβησε από τις επιγραφές τα ονόματα των Θεών και επέβαλε την μονολατρεία του ηλιακού δίσκου Ατών (που στην εσωτερική του θεολογία, απομονωμένος από την Τριάδα της οποίας αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα, εκπροσωπούσε πλέον την καταστροφή, τον Μαύρο Ήλιο).
Ο νέος Φαραώ, αυτός ο εφευρέτης και βίαιος πρώτος εισηγητής αυτής της θρησκευτικής εκτροπής («μονοθεϊσμος») που αργότερα υπέταξε ολόκληρη την ανθρωπότητα, άλλαξε μάλιστα και το όνομά του σε Ακενατόν («Ο Άτων είναι ικανοποιημένος») και έκτισε μιά νέα πρωτεύουσα στην Αρκάνα. Στην πόλη αυτή υποστήριξε μιά νέα σχολή τέχνης η οποία εικονογράφησε με νατουραλιστικό τρόπο, με την γυναίκα του Νεφερτίτη και τις κόρες της, όλοι κάτω από την λαμπρότητα του Ηλίου, ο οποίος έφτανε στη γη με μακριές ακτίνες στη μορφή χεριών.
Ο Ακενατόν μας άφησε πάντως έναν πολύ γνωστό ύμνο στον Άτων ως δημιουργό κάθε ομορφιάς στον κόσμο:
«Πόσο πολύμορφα είναι τα έργα σου. Είναι μυστηριώδη στη ματιά του ανθρώπου, ω Ήλιε ασύγκριτε, ισχυρότατε Θεέ. Δημιούργησες τη γη στην μοναξιά, όπως επιθυμούσε η καρδιά σου. Δημιούργησες τον άνθρωπο και τα ζώα και ό,τι υπάρχει στη γη.»
Αυτή η βίαιη και εκ των άνω επανάσταση του Ακενατόν, απέτυχε προσωρινά, αφού αμέσως μετά τον θάνατό του οι Αιγύπτιοι επανέφεραν την παραδοσιακή λατρεία των προγονικών και εθνικών τους Θεών. την επίσημη παλινόρθωση των εθνικών Θεών κήριξε ένας νέος άνθρωπος που έγινε Φαραώ (και πιθανόν ήταν γαμπρός του Ακενατόν). Επανέφερε την λατρεία του Άμμωνος, και υιοθέτησε μάλιστα το όνομα Τουτ-Άνκ-Αμμών (Τουτανχαμών).
Απόσπασμα από το βιβλίο ΗΛΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑ του Steve Wyler εκδόσεις ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ.

Pierre Chuvin, Η συνδρομή του Παγανισμού στη γέννηση του σημερινού κόσμου

Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Κι όμως, τα ίχνη των τελευταίων παγανιστών δεν χάθηκαν μέσα στην αχλύ των λαϊκών παραδόσεων, ούτε εξαφανίστηκαν πίσω από το παραπέτασμα του Ισλάμ. Ξαναεμφανίζονται στα μέσα του 15ου αιώνα, τριακόσια χρόνια μετά το τέλος της σχολής του Χαρράν. Ένας προικισμένος νεαρός Έλληνας, που είχε καταστεί ύποπτος στις εκκλησιαστικές αρχές της χώρας του – της συρρικνωμένης και περιορισμένης πια σε μια πόλη, την Κωνσταντινούπολη – έφυγε για ένα διάστημα, να σπουδάσει στην αντίπερα όχθη, στους Οθωμανούς Τούρκους. Δεν χρειαζόταν να ταξιδέψει μακριά: είτε στην Ανδριανούπολη είτε στην Προύσα, μέσα σε δύο τρεις μέρες μπορούσε να βρεθεί στο περιβάλλον μιας πολύγλωσης αυλής. Εκεί γνώρισε ένα Εβραίο, τον Ελισσαίο:

…αφοσιωμένο στον Αβερρόη και σε άλλους Πέρσες και Άραβες σχολιαστές του Αριστοτέλη, που οι Εβραίοι είχαν μεταφράσει στη γλώσσσα τους. Δεν ενδιαφερόταν διόλου για τον Μωυσή και για κείνα που οι Εβραίοι πιστεύουν και εφαρμόζουν σύμφωνα με τις διδαχές του.
Αυτός ήταν που δίδαξε στον νεαρό Έλληνα τα δόγματα του Ζωροάστρη και άλλων. Χάρη σ’ αυτόν τον άνδρα, που έμοιαζε με Εβραίο αλλά στην πραγματικότητα ήταν Παγανιστής, τον οποίο για πολύ καιρό όχι μόνο θεωρούσε δάσκαλό του, αλλά και υπηρετούσε, και ο οποίος τον υποστήριξε – διότι αυτός ο άνδρας, που ονομαζόταν Ελισσαίος, ήταν ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους στην αυλή εκείνων των βαρβάρων -, χάρη σ’ αυτόν τον άνδρα, λοιπόν, κατόρθωσε να γίνει αυτός που ήταν.
Ποιος ήταν ο νεαρός Έλληνας; Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός, ο επωνομαζόμενος Πλήθων. Αργότερα επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όμως ο τρόπος που σχολίαζε τον Αριστοτέλη δυσαρέστησε τις θρησκευτικές αρχές, και έτσι εγκαταστάθηκε στο Μυστρά, στη νότια Πελοπόννησο, κοντά στη Μάνη. Ο Μυστράς ήταν τότε η πρωτεύουσα ενός βυζαντινού δεσποτάτου. Πέθανε εκεί το 1452, ένα χρόνο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β΄.
Ο Πλήθων ταξίδεψε στη Δύση μόνο μία φορά, συνοδεύοντας την ελληνική αντιπροσωπεία στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1438 − 1439). Η αποστολή προσπάθησε απεγνωσμένα να επιτύχει την ένωση με τη Ρώμη, με τη μάταιη ελπίδα ότι ή άρση του σχίσματος θα προστάτευε τους τελευταίους Βυζαντινούς από την συντριπτική υπεροχή των Τούρκων. Όμως οι ιδέες του Πλήθωνα ταξίδεψαν σε όλη την Ευρώπη της Αναγέννησης, χάρη στους επιφανείς μαθητές του, τον Έλληνα Ιωάννη Βησσαρίωνα (που έγινε τελικά καρδινάλιος της ρωμαϊκής εκκλησίας) και τον Φλωρεντινό Μαρσίλιο Φιτσίνο – και η επίδραση τους ήταν εκπληκτική. Με κάποιο τρόπο, η φλόγα δεν έσβησε μέσα στους τρεις αιώνες που μεσολάβησαν από το τέλος της σχολής του Χαρράν μέχρι την μαθητεία του Πλήθωνα κοντά στον Ελισσαίο. Ο φιλοσοφικός παγανισμός της Ύστερης Αρχαιότητας είχε προσφέρει τη συνδρομή του στη γέννηση του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα.
Pierre Chuvin – ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ
Ο Pierre Chuvin, γεννήθηκε το 1943, είναι καθηγητής της Κλασσικής Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre. Έχει υπηρετήσει ως διευθύνων σύμβουλος του Institute francais d’Etudes sur l’Asie centrale, που ιδρύθηκε στην Τασκένδη (1993 – 1998). Από το 2003 υπηρετεί ως διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών George Dumezil που εδρεύει στην Κων/πολη.

Από την Πυροβασία των Αρχαίων στα Αναστενάρια του σήμερα

ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

του Δημήτρη Δημητριάδη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                                    Αναστενάρηδες στην παλιά Δράμα

Το τραγούδι
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο Μικροκωνσταντίνος,
Από μικρό στα γράμματα, μεγάλο στο σχολείο.
Τα σχόλασε ό δάσκαλος να παν να γεματίσουν.
Βρίσκει τη μάννα τ” κι έπαιζε μ” εν” άξιο παλληκάρι.
«’Έννοια σου μάννα μ: έννοια σου, κι αν δεν το μαρτυρήσω.
Το βράδυ θάρθει ο πατέρας μου και θα το μολογήσω.
«Τι είδες, Ορέ παλιόπαιδο, και τί θα μαρτυρήσεις;»
Απ’ τα μαλλιά τον άρπαξε, σαν πρόβατο το σφάζει.
Τον έπλυνε, τον αλάτισε, στο φούρνο τον πηγαίνει.
«Ψήσε, φούρναρη, το φαί, στ” αλάτι μην το βλέπεις».
Να κι ό μπαμπάς του κι έρχεται απ” το έρημο κυνήγι.
«Γυναίκα, πού “ναι το παιδί, πού “ναι ο Κωνσταντίνος;»
«Τον έλουσα, το χτένισα, και στο σχολειό το έστειλα».
Χτυπά το άλογο βιτσιά και στο σχολειό πηγαίνει.
«Δασκάλα, πού “ναι το παιδί, που “ναι ό Κωνσταντίνος;»
«Έχω τρεις μέρες να το δώ και τρεις να το διαβάσω,
Κι αν δεν το δώ και σήμερα το νου μου θε να χάσω».
Χτυπά το άλογο βιτσιά, πάλι στο σπίτι πάει.
«Γυναίκα, που “ναι το παιδί, πού “ναι ό Κωνσταντίνος;»
«Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κι ό Κωνσταντίνος θάρθει».
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο με ασημένια πιάτα,
Και το φαί εμίλησε πε μεσ” από τα πιάτα:
«Αν είσαι λύκος φάγε με, σκύλος κατέλυσέ με.
Κι αν είσαι ό πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Απ” τα μαλλιά την άρπαξε, στο μύλο την πηγαίνει.
«Άλεσε, μύλε, άλεσε ξανθές και μαυρομάτες,
Να βγάλω κόκκινο πίτερο να γράψω ένα γράμμα,
Για να το στείλω στο ντουνιά να τόχει ό κόσμος θάμα».
Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι θα μπορούσε κανείς να το κατατάξει στην κατηγορία των Ακριτικών τραγουδιών εξ αιτίας της μορφής του στίχου του (δεκαπεντασύλλαβος) και εξ αιτίας των συχνά επαναλαμβανομένων μοτίβων – στίχων και ημιστίχιων.
Ακόμα τα ακριτικά τραγούδια, τόσο του Διγενή Ακρίτα όσο και του μικρού Βλαχόπουλου αλλά και αυτού του Μικροκωνσταντή, είναι τραγούδια επικά και αναφέρονται σε πράξεις ηρωικές, εμπλουτισμένες και στολισμένες με στοιχεία υπερβολής.
Στο τραγούδι του Μικροκωνσταντίνου όμως δεν έχουμε καμιά ηρωική πράξη. Απεναντίας έχουμε να κάνουμε με ένα στυγερό έγκλημα.
Ωστόσο η κάθαρση, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, που έρχεται στο τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει ένα χαρακτήρα επικό και τα στοιχεία της υπερβολής που χαρακτηρίζουν τα ακριτικά τραγούδια είναι εμφαντικά παρόντα και εδώ, αν και αυτά τα στοιχεία της υπερβολής εμφανίζονται μέσα από σύμβολα τα οποία μπορεί να βρίσκονται στο χώρο της φύσης αλλά υπηρετούν ένα σκοπό, στο συγκεκριμένο τραγούδι, έξω από αυτήν.
Από την άλλη η προσωπικότητα του ήρωα πατέρα που ξεχειλίζει από ανθρωπισμό – ουμανισμό, που καμιά σχέση δεν έχει με το στοιχείο του «ανθρωπιστικού», είναι απόλυτα συμβατή με τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών.
Πέρα από αυτά, πολύ μικρή σημασία έχει η ακαδημαϊκή ταυτοποίηση του τραγουδιού. Σημασία έχει το γεγονός αν και αναφέρεται σε μια μικρή και εξειδικευμένη βιβλιογραφία, δεν είναι καθόλου γνωστό στο ευρύ κοινό, ενώ χρονικά θα το τοποθετούσε κανείς γύρω στο 12ο η 13ο αιώνα.
Η τεράστια σημασία του παραπάνω τραγουδιού έγκειται στο γεγονός ότι, κινείται ανάμεσα στο φυσικό και στο «παραφυσικό», με την έννοια ότι από την αρχή μέχρι το τέλος, ακροβατεί στη γραμμή που χωρίζει τα όρια της φύσης και ενός κόσμου που βρίσκεται έξω από αυτήν. Αυτό από πρώτη ανάγνωση μπορεί να μοιάζει με την υπερβολή που χαρακτηρίζει τα ακριτικά τραγούδια, αλλά τα σύμβολα που είναι διάχυτα στο τραγούδι, μας προβληματίζουν και μας κάνουν να αναλογιστούμε το σκοπό για τον οποίο γράφτηκε ένα τέτοιο τραγούδι, που κινείται στα όρια του φυσικού και παραφυσικού.
Η σκέψη για το ποιο σκοπό υπηρετεί αυτό το τραγούδι, που σμιλεύτηκε από τη λαϊκή μούσα στο διάβα των αιώνων, άρα η αποδοχή από τη λαϊκή ψυχή και σοφία είναι δεδομένη, μας κάνει να σκύψουμε προσεκτικά πάνω στα σύμβολα του τραγουδιού και να προχωρήσουμε σε ένα είδος αποσυμβολισμού.
Μιλάμε για «αποσυμβολισμό» και όχι για «ερμηνεία». Η ερμηνεία δεν χαρακτηρίζει τον έλληνα νου, γιατί στηρίζεται στην αποκάλυψη, χαρακτηριστικό γνώρισμα κουλτούρας ενός άλλου λαού. Ο Έλληνας νους παίζει με τα σύμβολα και ο αποσυμβολισμός απαιτεί και προϋποθέτει όχι αποκάλυψη αλλά ανακάλυψη. Με άλλα λόγια απαιτεί και προϋποθέτει την τοποθέτηση του κοινωνικού, γεωγραφικού, πολιτιστικού, ιστορικού, οικονομικού πλαισίου μέσα στο οποίο τοποθετήθηκε το σύμβολο και η ανακάλυψη έχει να κάνει με τη γνώση του πλαισίου και τη φανέρωση του σκοπού της τοποθέτησης του συγκεκριμένου συμβόλου μέσα σ’ αυτό.
Και η γοητεία του ελληνικού μύθου βρίσκεται στην γνώση των πολυποίκιλων πλαισίων που μπορεί να προσφέρει ο ελλαδικός χώρος και άρα των πολυποίκιλων αποσυμβολισμών του.
Μια τέτοια τοποθέτηση πλαισίου θα επιχειρήσουμε για να φτάσουμε στα κρυφά νοήματα των συμβόλων και στη γνώση του σκοπού για το οποίο γράφτηκε αυτό το τραγούδι.

ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

Α. Εννοιολογικά Περιεχόμενα (Ε.Π.)
Στίχος 1.
Ό Κωνσταντίνος ό μικρός, ό Μικροκωνσταντίνος.
Το όνομα Κωνσταντίνος είναι από τα αγαπητά ονόματα της βυζαντινής χριστιανικής κοινωνίας. Το προσδιοριστικό, και μάλιστα επαναληπτικά μικρός, μας πληροφορεί πως πρόκειται για κάτι το αδύνατο αλλά όχι μικρής σημασίας, αφού πρόκειται για παιδί, ό,τι πιο σπουδαίο σε μια οικογένεια.
Στίχος 2α.
από μικρό στα γράμματα…
Πάντοτε ο Έλληνας στηρίχτηκε στη γνώση. Χρέος του ήταν να συνεχίσει η κάθε νέα γενιά, αυτή τη στάση ζωής, γι” αυτό και από πολύ μικρά τα παιδιά του τα μάθαινε γράμματα.
Στίχος 2β.
μεγάλο στο σχολείο.
Αργότερα το παιδί θα πήγαινε στο γυμναστήριο και παράλληλα θα άρχιζε να μυείται σε πιο προχωρημένες γνώσεις, π.χ. των μαθηματικών, της γεωμετρίας, της αστρονομίας, της φυσικής, της μουσικής, της ρητορικής και αυτή η μύηση σε υψηλότερες γνώσεις απαιτούσε και ειδικό χώρο (σχολές-σχολείο) και ειδικούς δασκάλους.
Στίχος 3.
Τα σχόλασε ό δάσκαλος να παν να γεματίσουν.
Η σχολή έχει κανόνες και ωράρια λειτουργίας. Η γνώση και η διαδικασία της μάθησης απαιτεί και προϋποθέτει οργάνωση σκέψης και το σχολείο δίνει το παράδειγμα και υλοποιεί αυτήν την οργάνωση της σκέψης στη λειτουργία του.
Στίχος 4α.
Βρίσκει τη μάννα τ”
Η μάνα :
1. Η θηλυκή όψη της ζωής που γονιμοποιείται με τρόπο θαυματουργό ή μη και γεννά και αποκαλύπτει.
2. Η μάνα : Σαν λειτουργία της αναπαραγωγής, της γαλούχησης, της συνέχειας και της αύξησης της ζωής.
3. Η μάνα σαν έκφραση της συντήρησης και των επαναλαμβανομένων εποχικών κύκλων θανάτου και αναγέννησης.
Στίχος 4β.
κι έπαιζε… :
Πότε μια μάνα, αφήνει το σπιτικό της, το νοικοκυριό της, τις ευθύνες της και παίζει με έναν άνδρα έξω από το σπιτικό της;
1. Όταν επιλέξει τον «ξένο» άνδρα και τον θεωρήσει άξιο, να του δοθεί.
2. Όταν το συναίσθημα της επιθυμίας υπερτερεί της λογικής της ύπαρξής της.
3. Όταν θέλει να αλλάξει τρόπο ζωής.
4. Όταν η πλήξη από την μια και η ανασφάλεια από την άλλη μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον γίνεται αφόρητη.
5. Όταν ο άνδρας αδυνατεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του οικογενειάρχη γενικά.
6. Όταν δεν υπάρχει από τη μεριά της γυναίκας κατανόηση προς τον οικογενειάρχη.
Κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Τότε αφήνεται να παίξει, να ερωτοτροπήσει, να «φλερτάρει», με ένα «άξιο» παλληκάρι, να ξεχειλίσει από αδρεναλίνη, να πάρει ενέργεια.
Η μάνα λοιπόν ερωτοτροπεί, φλερτάρει.
Μία έκφραση που τη βρίσκουμε και στις μέρες μας τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, όπως π.χ. «Μην παίζεις με τη φωτιά, μην παίζεις με τα γκάζια της μηχανής σου, μην παίζεις με τις τράπεζες, μην παίζεις με την ταχύτητα (του αυτοκινήτου) κ.τ.λ.
Στίχος 4γ.
μ” εν” άξιο παλληκάρι.
Το κάθε τι νέο είναι άξιο να το γνωρίσεις. Είναι φορέας της γοητείας του καινούργιου μα και του άγνωστου. Το σφρίγος και η ομορφιά της νιότης του παλληκαριού σε προκαλούν και σε προσκαλούν να έρθεις κοντά του, να το αγγίξεις, να νιώσεις να σε παρασέρνει σε έναν γοητευτικό κόσμο νέο και άγνωστο, σε προσκαλεί να αφεθείς, να ανακαλύψεις και να αποκαλυφθείς, στη δύναμη της ορμής του.
Στίχος 5α.
Έννοια σου μάννα μ: έννοια σου,.
α. Παιδί : Η κάθε κοινωνία στηρίζει τη συνέχειά της στο παιδί. Στο πρόσωπο του παιδιού ενσαρκώνεται και υλοποιείται το μέλλον. Ο σπουδαιότερος λοιπόν συνεχιστής των λαϊκών εθίμων και παραδόσεων, συνεχιστής της οικογένειας είναι το παιδί γιατί παρακολουθεί με εξαιρετικό ενδιαφέρον και βιώνει εντυπωσιακά καταστάσεις κοινωνικής, πολιτιστικής και ιστορικής συνέχειας, μέσα από τα επαναλαμβανόμενα έθιμα και την παράδοση της οικογένειάς του. Οι γονείς του παιδιού επιβάλλεται όχι μόνο να διατηρούν μέσα από την παράδοση ότι τους κληροδότησε η προηγούμενη γενιά αλλά πολλές φορές είναι και υποχρεωμένοι να διατηρούν πολλά έθιμα για χάρη του παιδιού.
Από την άλλη, το Παιδί είναι απαραίτητο να ικανοποιήσει υλικές και ψυχικές ανάγκες για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αρχικές απαιτήσεις της ζωής. Η ίδια η φύση προνόησε γι” αυτό και μέσα από τη σοφία των εξελικτικών νόμων χιλιάδων αιώνων, εμπλούτισε το θηλυκό, όλων των ειδών ζωής, με τη λεγόμενη «Μητρική αγάπη», ακριβώς για να επιβιώσει το απροστάτευτο νεογνό.
Το παρακάτω τραγούδι του πόντου μιλάει ακριβώς γι” αυτό.
Από τη γης βγαίνει νερό
και απ’ την ελιά το λάδι
κι από τη μάννα την καλή
βγαίνει το παλληκάρι.
Μάννα φτιάχνει τα παιδιά
και μάννα τα χαλάει
Σήμερα η επιστήμη παραδέχεται πως « Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη».
Στίχος 5β.
κι αν δεν το μαρτυρήσω
Όλος ο στίχος είναι διατυπωμένος και ακούγεται σαν απειλή.
Στίχος 6.
Το βράδυ θάρθει ό πατέρας μου και θα το μολογήσω.
Πατέρας : Ο πατέρας συνδέεται με το παιδί βιολογικά, κοινωνικά και νομικά. Ιστορικά, η βιολογική σχέση του πατέρα – παιδιού είναι καθοριστική για την ταυτότητα του πατέρα. Στις μέρες μας βέβαια πατέρας χαρακτηρίζεται ο σύζυγος ή σύντροφος της μητέρας γενικά.
Ο πατέρας είναι αυτός που
Γεννά


Νοιάζεται
Ευθύνεται


Αγαπά
Στηρίζει
 το παιδί, χωρίς αυτά βέβαια να λείπουν και από το ρόλο της μητέρας.
Φυσικά το βράδυ έρχεται ο πατέρας γιατί ο κοινωνικός του ρόλος, του επιβάλλει να εργάζεται έξω από το σπίτι, για να μη λείψει τίποτα από το σπιτικό. Οι υλικές ανάγκες της οικογένειας πρέπει να ικανοποιούνται και υπεύθυνος γι” αυτό είναι ο πατέρας. Το βράδυ ανταμώνει όλη η οικογένεια για το βραδινό φαγητό.
Το βραδινό φαγητό είχε τον χαρακτήρα οικογενειακής ιεροτελεστίας. Όλα τα μέλη της οικογένειας έπρεπε να είναι παρόντα. Ο πατέρας έκοβε το ψωμί σε φέτες και τις τοποθετούσε στο χαμηλό τραπέζι (σοφράς), γύρω από το οποίο κάθονταν όλοι σταυροπόδι.
Με την παρουσία και του πατέρα η οικογένεια εμφανίζεται πλήρης.
Οικογένεια :
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα ο όρος «οικογένεια» δεν απαντάται στην κλασική και στην ελληνιστική περίοδο. Για πρώτη φορά αυτός ο όρος απαντάται σε μεσαιωνικά (βυζαντινά) κείμενα.
Ως εκ τούτου είναι ένας όρος νεότερος, ο οποίος αποτελείται από δύο συνθετικά: οίκος και γένος. Η αντίστοιχη αρχαιοελληνική λέξη είναι ο όρος «οίκος» που σήμερα χρησιμοποιείται επίσημα μόνο για «γαλαζοαίματες» – Βασιλικές Οικογένειες ενώ στην σύγχρονη ελληνική λαϊκή γλώσσα οι όροι που χρησιμοποιούνται είναι: φαμελιά ή φαμίλια. Στα βυζαντινά χρόνια λοιπόν εμφανίζεται ο όρος οικογένεια για να δηλώσει, κατά τρόπο εμφαντικό, το γένος που εξακολουθεί και υπάρχει στο κύτταρο της κοινωνικής ζωής και στον μικροχώρο μια κατοικίας.
Στίχος 7.
Τι είδες, βρε παλιόπαιδο, και τι θα μαρτυρήσεις;
Μια υβριστική αντεπίθεση της μάνας εναντίον του παιδιού της.
Στίχος 8.
Απ” τα μαλλιά τον άρπαξε, σαν πρόβατο το σφάζει.
Ο στίχος περιγράφει μια πολύ σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα πράξη βίας. Η μάνα αρπάζει από τα μαλλιά τον γιο, όπως από το μαλλί αρπάζουμε το πρόβατο για το σφάξουμε. Εύκολη λαβή που υφίσταται ο κάθε αδύνατος από τον κάθε δυνατότερο. Το άρπαγμα από τα μαλλιά μας προϊδεάζει για το τι θα επακολουθήσει.
Βέβαια και στην αρχαιοελληνική γραμματεία εμφανίζονται τέτοιου είδους πράξης βίας, όταν π.χ. η Μήδεια που θανατώνει τα παιδιά της. Στην περίπτωση της Μήδειας όμως η αποτρόπαια πράξη εμφανίζεται ως ένστικτο επιβίωσης και αυτοάμυνας. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ως εσωτερικοποιημένος εξελικτικός νόμος, υπερισχύει του εξωτερικού εξελικτικού νόμου της «Μητρικής αγάπης».
Όσο για την περίπτωση των μαινάδων που κομματιάζουν το μικρό Διόνυσο, γίνεται κάτω από την τύφλωση μιας συναισθηματικής φόρτισης, που μεταβαλλόμενη σε έκσταση αφαιρεί το στοιχείο της συνειδητότητας κατά την εκτέλεση της αποτρόπαιης πράξης.
Στην περίπτωση όμως του παρόντος στίχου 8, το έγκλημα διαπράττεται με απόλυτη ψυχραιμία και με κίνητρο, την μη αποκάλυψη του παιχνιδιού (της ερωτοτροπίας) της μάνας με το «άξιο» παλληκάρι, και ύστερα μάλιστα από την υβριστική επίθεση της μάνας κατά του γιού.
Στίχος 9α.
Τον έπλυνε, τον αλάτισε, στο φούρνο τον πηγαίνει.
Η μάνα διατηρεί την ψυχραιμία και ολοκληρώνει την αποτρόπαια πράξη με το πλύσιμο του σώματος του παιδιού. Δεν λειτουργεί αντανακλαστικά αλλά μεθοδικά και οργανωμένα. Πλένει το σώμα του παιδιού, το αλατίζει και το πηγαίνει στο φούρνο. Κάθεται και ετοιμάζει το σώμα του παιδιού της για να φαγωθεί. Κάνει ακόμα και μια προσπάθεια να δώσει νοστιμιά στο αηδιαστικό παρασκεύασμα αλατίζοντάς το.
Και σήμερα ακόμα, μεταφορικά χρησιμοποιούμε τη φράση, σε κάθε περίπτωση που αποδεχόμαστε κάτι χωρίς τη θέλησή μας : «… Τέλος πάντων. Αυτό το έφαγα ή το κατάπια, αλλά εκείνο δεν μπόρεσα. Μούκατσε στο στομάχι».
Στίχος 9β.
Στο φούρνο τον πηγαίνει :
Ο φούρνος : Μέγα εργαστήρι. Εκεί πηγαίνεις το αλεύρι, τη ζάχαρη και το γάλα, όλα μαζί ανακατεμένα και τελικά παίρνεις Κέικ. Είναι το εργαστήρι του αλχημιστή, που βάζει μέσα διάφορα υλικά και τελικά παίρνει κάτι που καμιά σχέση δεν έχει με τα υλικά που έβαλε.
Στίχος 10.
Ψήσε, φούρναρη, το φαΐ , στο αλάτι μην το βλέπεις.
Η εντολή που δίνεται στον μάγειρα – φούρναρη είναι να μην το κοιτάξει στο αλάτι. Τελικά δεν την ενδιαφέρει της μάνας αν είναι νόστιμο ή άνοστο το νέο παρασκεύασμα που προέρχεται από το πτώμα του παιδιού. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να φαγωθεί.
Στίχος 11.
Να κι ό μπαμπάς του κι έρχεται απ” το έρημο κυνήγι.
Ο πατέρας έλειπε την ώρα που διαπράττεται το στυγερό έγκλημα. Δεν έλειπε όμως κατά τύχη. Ήταν απορροφημένος από το κυνήγι μέσα στην ερημιά, για να φροντίσει την οικογένειά του. Και αυτή η φροντίδα απαιτεί κόπο και ιδρώτα. Το κυνήγι για εύρεση τροφής είναι κουραστική υπόθεση. Δεν γίνεται από χόμπι. Η εύρεση τροφής για επιβίωση είναι σκληρή και καθημερινή φροντίδα. Για τέτοιου είδους φροντίδες επιβίωσης έλειπε ο πατέρας.
Στίχος 12.
«Γυναίκα, πού “ναι το παιδί, πού “ναι ό Κωνσταντίνος;
Ο πατέρας ενδιαφέρεται για το παιδί του, όπως κάθε σωστός πατέρας.
Στίχος 13.
Τον έλουσα, το χτένισα, και στο σχολειό το έστειλα.
Το πρώτο ψέμα μπαίνει στην οικογένεια. Από δω και πέρα η οικογένεια θα ζει με το ψέμα αυτό, και όσα άλλα θα ακολουθήσουν. Η εμπιστοσύνη, η κατανόηση, η ειλικρίνεια που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την κάθε οικογένεια έχει πλέον χαθεί.
Στίχος 14.
Χτυπά το άλογο βιτσιά και στο σχολειό πηγαίνει.
Ο στίχος δεν μας αποκαλύπτει μόνο τον προορισμό του πατέρα αλλά και τη βιασύνη του (βιτσιά) να προλάβει, να καταλάβει, να σώσει, ότι μπορεί να σωθεί. Παρά την κούρασή του λοιπόν από το «έρημο κυνήγι», τρέχει, καλπάζει να βρει την αλήθεια.
Στίχος 15.
Δασκάλα, πού “ναι το παιδί, πού “ναι ό Κωνσταντίνος;
Η ερώτηση ευθεία και αγωνιώδης. Διατυπωμένη εις διπλούν, πράγμα που από τη μία δηλώνει την αγωνία του πατέρα και από την άλλη φανερώνει πως δεν τον ενδιαφέρει το οποιοδήποτε παιδί αλλά το συγκεκριμένο, το δικό του παιδί. Το προσδιοριστικό άρθρο «το» δηλώνει για άλλη μια φορά την αγωνία του πατέρα να μάθει για την τύχη του παιδιού του, την αγωνία του για τον Κωνσταντίνο.
Στίχος 16.
Έχω τρεις μέρες να το δω και τρεις να το διαβάσω.
Η απάντηση της δασκάλας αποστομωτική και απόλυτα διευκρινιστική.
Στίχος 17.
Κι αν δεν το δω και σήμερα το νου μου θε να χάσω.
Δεν ανησυχεί μόνο ο πατέρας αλλά και η δασκάλα.
Στίχος 18.
Χτυπά το άλογο βιτσιά, πάλι στο σπίτι πάει.
Και πάλι η βιτσιά. Πάλι με τρόπο βιαστικό, επιστρέφει στο σπίτι.
Στίχος 19.
Γυναίκα, που “ναι το παιδί, πού “ναι ό Κωνσταντίνος;
Η ερώτηση ξεκάθαρη προς τη γυναίκα του πια. Και αυτό, γιατί τα λόγια της δασκάλας του στίχου 16 και της γυναίκας του, στο στίχο 13 αντιφάσκουν. Οι αντιφάσεις τρελαίνουν τη λογική του πατέρα. Δεν αναζητά το παιδί του στους φίλους ή συμμαθητές, ούτε στους δρόμους και στα λαγκάδια. Λειτουργεί λογικά και η λογική τον οδηγεί και πάλι στο σπίτι με βιασύνη. Η δασκάλα δεν έχει κανένα λόγο να του πει ψέματα, η γυναίκα του μήπως έχει; Το ερώτημα ζητάει απάντηση που μόνο η γυναίκα του μπορεί να του δώσει.
Γι’ αυτό και το ερώτημα απευθύνεται συγκεκριμένα σ’ αυτήν.
Στίχος 20.
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κι ο Κωνσταντίνος θάρθει.
Η μάνα αντί για απάντηση προσπαθεί να εξαγοράσει τη σιωπή του. Ξέρει ότι πεινάει, ότι είναι κουρασμένος και μια τέτοια δελεαστική πρόταση με φαγητό και πιοτό σίγουρα θα τον κάνει και ξεχάσει.
Στίχος 21.
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο με ασημένια πιάτα.
Η δελεαστική πρόταση περί φαγητού και πιοτού συμπληρώνεται και ενισχύεται εμφανισιακά με το χρυσό τραπέζι και τα ασημένια πιάτα. Μια επίπλαστη και εξωτερική εικόνα χλιδής και κάλπικης ασφάλειας.
Στίχος 22.
Και το φαΐ εμίλησε πε μέσ” από τα πιάτα:
Ο από μηχανής θεός του αρχαίου δράματος , ερμηνευμένο ως θαύμα :
Η αρχαία τραγωδία σ” όλο της το μεγαλείο. Η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί. Ο Παντεπόπτης Ήλιος – Ζωή – φύση μαζί με τέταρτο ρίζωμα του κόσμου, τη φωτιά, το σύμβολο της γνώσης, τη φωτιά του φούρνου του αλχημιστή, όλα μαζί ενωμένα στο ανούσιο παρασκεύασμα του φαγητού, «συνωμότησαν» για να φανερωθεί η αλήθεια.
Στίχος 23.
Αν είσαι λύκος φάγε με, σκύλος κατάλυσέ με.
Στην ελληνική ύπαιθρο των χρόνων εκείνων, ο λύκος είναι το μοναδικό αγρίμι που προξενεί φόβο στον άνθρωπο. Πολλές φορές η πείνα κάνει το λύκο και πτωματοφάγο. Οι κτηνοτρόφοι της υπαίθρου έπρεπε να αντιπαρατάξουν ένα άλλο εξίσου άγριο και φονικό όπλο. Το μοναδικό που υπήρχε ήταν τα σκυλιά. Έτσι ο ποιμενικός σκύλος της εποχής, ήταν εξίσου άγριος με τον αντίπαλό του το λύκο. Μόνο που ο σκύλος δεν έτρωγε ανθρώπους ούτε και πτώματα. Δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη γι” αυτόν, όπως η παράδοση θέλει να κάνει ο λύκος, αλλά τους κομμάτιαζε.
Στίχος 24.
Κι αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με.
Το παιδί δεν ζητά παρά αναγνώριση. Το στοιχείο της λογικής αναγνώρισης μεταξύ αγαπημένων προσώπων το συναντάμε από τα πανάρχαια χρόνια. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναγνώριση του Οδυσσέα πρώτα από το σκύλο του, και στη συνέχεια από το γιο του και από την πιστή του δούλα. Στο στίχο 24 η αναγνώριση πρέπει να δοθεί με ένα ασπασμό όπως κάνει ο κάθε σωστός γονιός σε κάθε παιδί του, όταν αναγνωρίζει σ’ αυτό ικανότητες και ιδιότητες του σώματος και της προσωπικότητάς του, που προέρχονται και είναι συνέχεια της δικής του προσωπικότητας.
Στίχος 25.
Απ” τα μαλλιά την άρπαξε, στο μύλο την πηγαίνει.
Τα πράγματα έχουν μπει στη θέση τους. Ο πατέρας αντιλαμβάνεται το στυγερό και ανούσιο έγκλημα. Ο θυμός ξεσπάει μέσα του, και την αρπάζει από τα μαλλιά, την άμυαλη, από το κατ” εξοχή εμφανές θηλυκό – μητρικό μέρος του σώματός της. Αλλά δεν την σκοτώνει. Δεν εκδικείται. Η εκδίκηση είναι συναίσθημα που τυφλώνει. Η δράση του πατέρα είναι και στηρίζεται στη λογική. Ο θυμός δεν τον τυφλώνει. Το συναίσθημα του θυμού είναι ελεγχόμενο, και φιλτράρεται από τη λογική, για να μεταλλαχτεί σε πανανθρώπινο πνεύμα όπως θα φανεί από τους επόμενους στίχους.
Την πιάνει λοιπόν από τα μαλλιά και την πηγαίνει στο μύλο. Ο μύλος δεν αποτελεί μέρος του εργαστηρίου του αλχημιστή. Είναι ο τροχός, ο κύκλος της ζωής, ο κυκλικός εποχιακός χρόνος, που όλα τα αλέθει και τα μεταποιεί, χωρίς να τα μεταλλάσσει. Είναι ο τροχός που μεταβάλει το σιτάρι σε αλεύρι, στην πρώτη ύλη για το γλυκό ψωμί. Είναι ο τροχός της ζωής που μας βοηθά να κατανοήσουμε το ιστορικό γεγονός. Να το κάνουμε αφομοιώσιμο όπως το αλεύρι που είναι μεταποιημένο προϊόν του σκληρού σιταριού. Είναι ο μύλος του χρόνου που αλέθει και φανερώνει τα πάντα.
Στίχος 26.
Άλεσε μύλε άλεσε ξανθές και μαυρομάτες.
Το φίλτρο της λογικής έχει μεταλλάξει το συναίσθημα του θυμού σε ανθρωπισμό. Τώρα πια δεν ενδιαφέρεται να πάρει εκδίκηση για το δικό του παιδί. Στέλνει μήνυμα σ’ όλες τις μανάδες του κόσμου, είτε μελαχρινές είναι αυτές, είτε ξανθές να μην προχωρήσουν σε ένα τέτοιου είδους έγκλημα. Ο πατέρας δεν ενδιαφέρεται μόνο για την δική του οικογένεια. Ένας πανανθρώπινος χαρακτήρας με πλούσια κοιτάσματα ανθρωπισμού εμφανίζεται στον πατέρα.
Στίχος 27.
Να βγάλω κόκκινο πίτερο να γράψω ένα γράμμα.
Το γράμμα θα το γράψει με κόκκινο πίτουρο. Να είναι ευανάγνωστο. Να έχει το χρώμα του αίματος για να φανερώνει το έγκλημα.
Στίχος 28.
Για να το στείλω στο ντουνιά να τόχει ό κόσμος θάμα.
Ντουνιάς : Όλος ο κόσμος, όλη η πλάση, όλοι οι άνθρωποι, όλες οι κοινωνίες.
Να πάλι ο ανθρωπισμός του πατέρα που ενδιαφέρεται για όλη την ανθρωπότητα.
Θάμα. Είναι πράγματι θαυμαστό το γεγονός ότι η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί. Αργά ή γρήγορα θα μαθευτεί και όποιος εγκλημάτησε πάνω στην αλήθεια η τιμωρία είναι σκληρή

Β. Ιστορικό – Κοινωνικό – πολιτιστικό – οικονομικό περιβάλλον πλαισίου.

Ήδη από τον 4ο αιώνα, από τότε που ο χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους αρχίζουν οι διωγμοί των Ελλήνων, ως ειδωλολατρών, ως μιαρών, ως αλητήριων. Σίγουρα η επερχόμενη νέα θρησκεία φέρνει μαζί της και μια νέα ηθική, η οποία για να επιβληθεί επάνω στην παλαιά, χρησιμοποιεί βία. Στον ελλαδικό χώρο όμως δεν έχουμε μόνο βία, έχουμε το ξεθεμελίωμα ενός ολόκληρου πολιτισμού με ιστορία πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια την εποχή εκείνη. Και δεν αναφερόμαστε και στην προϊστορία του ελλαδικού χώρου.
Την εποχή που γράφεται το τραγούδι, δηλαδή γύρω στον 12ο με 13ο αιώνα έχει προηγηθεί στον Ελλαδικό χώρο το «εις έδαφος φέρειν», του αυτοκράτορα Θεοδοσίου και όχι μόνο.
Παραθέτουμε δύο –τρία παραδείγματα διαταγμάτων που προξενούν τρόμο στον πληθυσμό της ελληνικής υπαίθρου.
* Διατάσσουμε όλα τα ιερά και οι ναοί τους (των Ελλήνων), όσα βρίσκονται ακόμα άθικτα, να καταστραφούν με διαταγή των τοπικών αρχών και να εξαγνιστούν με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας. Αν με επαρκείς αποδείξεις ενώπιον ικανού δικαστή εμφανιστεί κάποιος που έχει παραβλέψει αυτόν τον νόμο, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου”. (Αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Βαλεντιανός προς Ισίδωρον, Έπαρχο Πραιτωρίου, 14 Νοεμβρίου 435 μ.Χ.)
* “Να κλείσουν όλοι οι ναοί σε όλες τις πόλεις και σε όλους τους τόπους της οικουμένης. Αν κάποιος με οποιαδήποτε δύναμη παραβεί (αυτόν τον νόμο) θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό“. (Ιουστινιάνειος Κώδικας 1.11 : αυτοκράτωρ Κωνστάντιος Α’ προς Ταύρο. Έπαρχον του Πραιτωρίου, Δεκέμβριος 534 μ.Χ.)
* Αν δεν έχουν αξιωθεί ακόμα το σεβαστό βάφτισμα, θα πρέπει να παρουσιαστούν στις ιερότατες εκκλησίες μαζί με τις συζύγους και τα παιδιά τους και μαζί με όλους του οίκου τους και να διδαχθούν την αληθινή πίστη των χριστιανών.
Παρακάτω : διατάσσουμε να δημευθεί η περιουσία τους, να αποκλεισθούν από τα πολιτικά τους δικαιώματά τους και να υποβληθούν σε αντάξιες τιμωρίες, αφού είναι φανερό, ότι πήραν το βάπτισμα χωρίς καθαρή πίστη. Θεσπίζουμε αυτούς τους νόμους για τους αλιτήριους Έλληνες”. (Ιουστινιάνειος κώδικας 1.11.10).
* «….οι πάσχοντες από την ιερόσυλη ψυχική νόσο των Ελλήνων….».
Στην διάρκεια όμως αυτών των χιλιάδων χρόνων ζωής του Ελληνισμού κτίστηκε και παγιώθηκε ένας τρόπος σκέψης και μια στάση ζωής, που ήταν δύσκολο να ξεριζωθούν με αυτοκρατορικά διατάγματα. Ωστόσο ο τρόμος φώλιαζε στην ψυχή των ανθρώπων για οκτακόσια περίπου χρόνια.
Και μόνο να τολμούσε να πει κανείς ότι είναι Έλληνας ισοδυναμούσε με την ποινή του θανάτου. Οι διωγμοί αύξησαν την έντασή τους τον 12ο και 13ο αιώνα επί φραγκοκρατίας.
Η πολιτική εξουσία έχει καταρρεύσει μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Ωστόσο μαζί με τους Φράγκους εξακολουθεί και συγκυβερνά ο πατριάρχης. Τουλάχιστον ο αυτοκράτορας, αφού το πολιτικό σύστημα είναι η Φεουδαρχία, ο αυτοκράτορας λοιπόν για δικό του, και των φεουδαρχών, οικονομικό όφελος, θέλει οι πληθυσμοί της υπαίθρου να μην εξαφανιστούν. Η εκκλησία επί Φραγκοκρατίας δεν ενδιαφέρεται ούτε καν γι’ αυτό. Ποτάμια από αίμα πλημμυρίζουν την ελληνική ύπαιθρο, στην οποία η ελληνική παράδοση εξακολουθεί και παραμένει, ύστερα από οκτακόσια χρόνια διωγμών, ολοζώντανη.
Όπως και να έχει το πράγμα και μέσα από την ασυδοσία της εκκλησίας, οι Έλληνες κάτοικοι της υπαίθρου, παρά το φόβο, εξακολουθούν και ψιθυρίζουν ο ένας στο αυτί του άλλου για να μην ακουστούν, πολλές φορές αποκλειστικά και μέσα στο σπίτι, τα ιερά λόγια από ύμνους ελληνικούς. Κρυφά, έστω, κάνουν εκείνες τις κινήσεις των ιεροπραξιών προς την πατρώα τους θρησκεία, όπως τις έκαναν αιώνες τώρα. Και αφού δεν μπορούν να μιλήσουν δυνατά αρχίζουν και χρησιμοποιούν σύμβολα μέσα στα οποία κρύβουν τα τρέχοντα γεγονότα της καθημερινότητας, την αβάσταχτη και γεμάτη φόβο ζωή τους, τα ιστορικά γεγονότα, τη θλίψη τους, την ελπίδα τους, την τέχνη την ελληνική που μπορεί να μην εκφράζεται από το χορό του αρχαίου δράματος, εκφράζεται όμως από το χορό (με άλλη έννοια) και από το δημοτικό τραγούδι.
Άλλοι πάλι για να σωθούν καταφεύγουν στον κόρφο του διώκτη τους και γίνονται καλόγεροι, για να σώσουν ότι μπορούν ανάλογα με τον πατριωτισμό και την ευφυΐα του ο καθένας. Έτσι σώθηκε το έντεκα τοις χιλίοις από την αρχαία Ελληνική γραμματεία και πάντα η επίσημη εκκλησία θα μένει υπόλογη για τα πρωτότυπα, που κατέστρεψε. Και το μυστικό πήγαινε από στόμα σε στόμα για το κρυμμένο άγαλμα ή το κρυμμένο χειρόγραφο. Έτσι ξαναείδε το ελληνικό φως και το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Τέλος πάντων. Ας μείνουμε στην ελληνική γνώση και σκέψη που μεταδίδεται πια από γενιά σε γενιά μέσα από σύμβολα και καλά κρυμμένα νοήματα.

ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ

Πρωταγωνιστές και υπεύθυνοι γι’ αυτήν την μετάδοση και της ιερής παράδοσης του Έθνους και των κατατρεγμών του Έθνους, από γενιά σε γενιά είναι η μητέρα σε κάθε σπιτικό και το παιδί που είναι το Μέλλον του γένους, της γενιάς του Έθνους, του «πατέρα» μέσα στον οίκο. Αλλά η μητέρα, ο κατ’ εξοχήν φορέας της παράδοσης του γένους, μέσα στην «οικο-γένεια», η ίδια η παράδοση με όλα τα ήθη τα έθιμα που χαρακτηρίζουν ένα λαό, αφήνεται να παρασυρθεί, λιποψυχεί, φοβάται, θέλει να αλλάξει ζωή. Ο τρόμος που βασιλεύει παντού, την κάνει να ερωτοτροπεί με το καινούργιο, την νέα θρησκεία και τη νέα ηθική που είναι νέα και άγνωστη, ωστόσο δυνατή και κατά πως φαίνεται άξια να επιβληθεί. Κοντά της θα νιώσει σιγουριά και ασφάλεια, με μεγάλο και οδυνηρό αντίκρισμα το χαμό του Μέλλοντος της γενιάς, του άντρα και αφέντη της (για εκείνα τα χρόνια), του Έθνους.
Ένα Μέλλον που μεγαλώνει και αναπτύσσεται τόσο μέσα στο σπίτι, όσο και μέσα στο σχολείο, που η δασκάλα – πνευματικότητα του γένους, κρατά ακόμα το σχολείο ανοιχτό παρά το γκρέμισμα κάθε σχολής. Γνωρίζει πως μέσα από την πνευματικότητα του ελληνικού γένους υπάρχει Μέλλον, υπάρχουν τα παιδιά. Γ’ αυτό και θα «χάσει το νου της» αν χαθεί το Μέλλον, αν χαθεί το παιδί. Ο πατέρας, ο φορέας του γένους στο μικροεπίπεδο του οίκου, ο πατέρας, ο φορέας των γνωρισμάτων του Έθνους, στο επίπεδο της κοινωνίας, βιάζεται να σώσει ότι μπορεί να σωθεί. Όλες του οι ελπίδες για να σωθεί το γένος τις έχει στηρίξει στο γιο. Γυρίζει το βράδυ και δεν τον βρίσκει. Το βράδυ γιατί είναι απασχολημένος με άλλου είδους φροντίδες. Οι Ούννοι, οι Οστρογότθοι, οι Βησιγότθοι, οι Πέρσες, οι Μογγόλοι και πλήθος άλλοι βάρβαροι λαοί απειλούν εξωτερικά την οικογένειά του από κάθε μεριά. Απορροφημένος ο πατέρας – Έθνος από το κυνήγι των εχθρών, επιστρέφει κουρασμένος και κατάκοπος στο σπίτι, στα πατρώα εδάφη, για να μάθει πως Μέλλον δεν υπάρχει. Αναζητά απάντηση από τη γνώση και την πνευματικότητά του και γρήγορα καταλαβαίνει πως η παράδοση κυνηγημένη, φοβισμένη και ανασφαλής, που κρατούσε ως τώρα το γένος ζωντανό, άλλαξε στρατόπεδο.
Το Έθνος, ένα Έθνος κουρασμένο, ταλαιπωρημένο, μα ακόμα δυνατό και πεισματικά αντιστεκόμενο, ζητά απάντηση από τη μάνα – παράδοση και αυτή, αντί για απάντηση, προσπαθεί να το (ν) εξαγοράσει με πλούτο, με χλιδή, με ικανοποίηση των υλικών του αναγκών,.
Η Μάνα – Εθνική Παράδοση προσπαθεί να εσωτερικεύσει μέσα στο Έθνος ένα Μέλλον νεκρό, ένα Μέλλον πτώμα, και να δημιουργήσει ένα μουλάρι. Γιατί όταν ενώνεται το άλογο με το γαϊδούρι βγαίνει ένα μουλάρι που δεν έχει μέλλον, δεν μπορεί να ζευγαρώσει και να συνεχιστεί η γενιά του, το γένος, το είδος του. Όταν ενώνεται ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός και δημιουργεί σε λογιών – λογιών μαγειρεία και φούρνους, τον Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, αυτός ο πολιτισμός οδεύει στον αφανισμό του, δεν ζευγαρώνει, δεν δημιουργεί. Είναι καταδικασμένος να πεθάνει.
Αλλά ο πατέρας – Έθνος δεν εξαγοράζεται.
Αγανακτεί και κάνει επίκληση στο χρόνο να αλέσει την Εθνική Παράδοση και να φανερώσει μέσα από το άλεσμα την απάτη. Να βγάλει από μέσα της όλα εκείνα τα απεχθή σπέρματα ενός μιαρού βιασμού. Στη συνέχεια αποφασίζει ο Πατέρας – Έθνος να παίξει το ρόλο του Διαφωτιστή των άλλων Εθνών. Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός αρχίζει όχι από τους βυζαντινούς αντιγραφείς του ελληνισμού αλλά από τους βυζαντινούς διανοούμενους του ελληνισμού. Ο Ελληνισμός δεν είναι αντιγραφή αλλά έργο.
Στην περίπτωση της αντιγραφής μιλάμε για διάσωση και όχι για αυτόνομη ύπαρξη του Ελληνισμού. Ένα βιβλιοπωλείο είναι μια μορφή διάσωσης. Ο Ελληνισμός σήμερα μεταλλάχθηκε σε βιβλιοπωλείο.
Ο πατέρας – Έθνος θέλει να γράψει γράμμα και να αποκαλύψει το έγκλημα. Θέλει να δημιουργήσει σκέψεις και επιχειρήματα και να καταγγείλει την ανούσια πράξη, από τη μια και το μεγαλείο ενός Εθνικού Μέλλοντος που χάθηκε. Θέλει να γράψει ο ίδιος ο Πατέρας – Έθνος με κόκκινη γραφή, για να θυμίζει σε όλους το αίμα που χύθηκε από το γένος του.

ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΜΕ ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ.

Ασφαλώς και δεν είμαστε ειδικοί για να μιλήσουμε για «Αναστενάρια» και ούτε θα το κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε μόνο να καταθέσουμε μια «δόξα», μια γνώμη, για το πώς συνδέεται αυτό το τραγούδι με τους αναστενάρηδες και συγχρόνως να καταθέσουμε την παράκληση από καρδιάς: όσοι μπορούν να εμπλουτίσουν ή να τεκμηριώσουν μια τέτοια άποψη ας το κάνουν.
Ο Χρήστος Πολατίδης (Βλ. υποσημείωση αριθμ.2) βαθύς γνώστης του εθίμου της πυροβασίας και αναστενάρης ο ίδιος, μας πληροφορεί πως στο «κονάκι» τους οι αναστενάρηδες κατά τη διάρκεια του εκστασιακού τους χορού, με συνοδεία θρακιώτικης λύρας και νταουλιού, τραγουδούν το τραγούδι του Μικροκωνσταντίνου. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τραγουδιέται και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του συγκεκριμένου χωριού και όχι μόνο. Γιατί λοιπόν οι αναστενάρηδες της Μαυρολεύκης Δράμας και όχι μόνο χρησιμοποιούν αυτό το τραγούδι και τι μήνυμα θέλουν να περάσουν μ’ αυτό;
Στην εξαιρετική διάλεξη του Χρήστου Πολατίδη στην Αλεξανδρούπολη τεκμηριώθηκε με απόλυτη επάρκεια η άποψη ότι το έθιμο έχει πανάρχαιες ρίζες. Μέσα στο διάβα των αιώνων και μέσα από το έθιμο αυτό ο Έλληνας δήλωνε την κληρονομιά του, την καταγωγή του και την παρουσία του κατακρεουργημένου και ληστευμένου Έθνους του. Μέσα από το έθιμο ταυτοποιούσε την ύπαρξή του με την πανάρχαια Ελληνική του ρίζα. Και βέβαια η ταυτοποίηση αυτή γίνεται μέσα από τη γνώση.
Με το στοιχείο της φωτιάς ο αρχαίος Έλληνας παππούς συμβόλιζε τη γνώση, (Βλ. Μύθο του Προμηθέα και όχι μόνο). Ο πυροβάτης πατάει πάνω στη φωτιά και προχωρά, όπως προχωρούσε ο αρχαίος Έλληνας πρόγονός τους πατώντας πάνω στη γνώση, και ανακάλυπτε τα μυστικά της φύσης και δημιουργούσε τέχνη και επιστήμη, γιατί μόνο μέσα από τη λογική και τη γνώση μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή, και όχι με το συναίσθημα, που τυφλώνει και ακυρώνει τη λογική. Η γνώση λοιπόν είναι αυτή που μας αποκαλύπτει ή που θα αποκαλύψει στις επερχόμενες γενιές το έγκλημα που διαπράχθηκε στο γένος των Ελλήνων. Και ο αναστενάρης αυτό το έγκλημα το γνωρίζει και το φωνάζει δυνατά μέσα από το τραγούδι και μέσα από τη συμβολική του γλώσσα, και παραδίδει αυτή τη γνώση στην επόμενη γενιά των αναστενάρηδων, των μυημένων. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ακόμα για το πώς ξεγέλασε το διώκτη του, τον μελανοχίτωνα ιερέα της νέας εβραϊκής θρησκείας, κρατώντας στα χέρια του την εικόνα ενός αγίου – Φονιά.
Δεν είναι το θέμα μας όμως αυτό.
Βλ. άρθρο του γράφοντος με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ. Περιοδικό : «Ο Κήπος του Επίκουρου» Τευχ. 14ο .
Βλ. ΠΟΛΑΤΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ : Διάλεξη με θέμα : ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΥΡΟΒΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, Αλεξανδρούπολη 2-6- 2012.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος επισημοποίησε τη νέα εβραϊκή θρησκεία και έθεσε τα θεμέλια του αφανισμού του Ελληνικού Έθνους. Η αναφορά του συγκεκριμένου ονόματος στο τραγούδι προκαλεί από τη μια συνειρμούς που πρέπει να μείνουν καλά κρυμμένοι και από την άλλη παραπέμπει στην γνωστή ελληνικότατη πρακτική του «καλοπιάσματος» όπως ακριβώς ο Άξεινος Πόντος γίνεται Εύξεινος Πόντος.
«Μακρέα μαλλία λιγοστόν αχούλ». Αυτός που έχει μακριά μαλλιά έχει λιγοστό μυαλό. Παμπάλαια ποντιακή παροιμία.
Το ανούσιο έγκλημα της μάνας φανερώνει λιγοστό μυαλό.
Ένα τέτοιο παράδειγμα ερωτοτροπίας μιας παράδοσης αιώνων με το καινούργιο είναι και η λεγόμενη «Κυριακάτικη θεία Λειτουργία». Ο χορός του αρχαίου θεάτρου αντικαταστάθηκε από το χορό των ψαλτών, το τέμπλο της εκλησιάς, η όλη θεατρική παράσταση του παπά που βγαίνει σε κάποια στιγμή από την πλαινή έξοδο του «Ιερού και μπαίνει μέσα από τη λεγόμενη «ωραία Πύλη», την κεντρική είσοδο του ναού κ.τ.λ. κ.τ.λ. όλα είναι απομίμηση της λειτουργίας του αρχαίου θεάτρου.
Τι έχουμε εδώ; Ο Έλληνας αναζήτησε το αρχαίο του θέατρο. Για να το βρει έπρεπε να μασκαρέψει τα διαδραματιζόμενα στο αρχαίο θέατρο με νέα στοιχεία από την λαίλαπα που ήρθε και εγκαταστάθηκε στα ιερά του χώματα. Η επιθυμία του να παρακολουθήσει και να εξακολουθήσει την παράδοση, να παρακολουθεί δηλαδή θεατρική παράσταση, τον έκανε να παραδώσει την παράδοσή του στον νέο πνευματικό ιμπεριαλιστή, ο οποίος τελικά και τη βίασε.
Έτσι χιλιάδες ήθη και έθιμα τα βρίσκουμε μέσα στο ιεροτελεστικό της νέας και παντελώς ξένης θρησκείας, που ρήμαξε και λεηλάτησε την αρχαία ελληνική πνευματικότητα.
Τέσσερα ήταν τα ριζώματα του κόσμου :
α. Η Γη, που συμβολίζει τις υλικές ανάγκες και τα ένστικτα.
β. Το Νερό, που συμβολίζει το συναίσθημα.
γ. Η Φωτιά, που συμβολίζει τη γνώση.
δ. Ο Αέρας, που συμβολίζει τις σκέψεις και τις ιδέες.
Βλ. Άρθρο του γράφοντος με τίτλο ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ή μήπως ΛΟΓΙΚΗ; Περιοδικό «Ο Κήπος του Επίκουρου» Τευχ. 5ο .

Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί

Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.
(LBlanqui, Puget-Theniers
8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881)
 ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Γεννήθηκε το 1805 από την αστική οικογένεια του δημόσιου υπαλλήλου Jean Dominique Blanqui στο Puget-Theniers της επαρχίας Alpes-Maritimes, αδελφός του οικονομολόγου Jerome Adolphe Blanqui, και σπούδασε στο Παρίσι νομικά και φαρμακολογία, εργαζόμενος παράλληλα ως δημοσιογράφος, ωστόσο από ένα σημείο και μετά εστίασε το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στις πολιτικές επιστήμες, αναπτύσσοντας προχωρημένες θεωρητικές προτάσεις.

Θεωρώντας τον εαυτό του «μαθητή και διάδοχο του Γράκχου Μπαμπέφ», σε ηλικία 19 μόλις ετών (το έτος 1824) προσχώρησε στο γαλλικό τμήμα της επαναστατικής πολιτικής εταιρείας των «Καρμπονάρων» («Carbonari») και ανέπτυξε εντονότατη δράση με κορύφωση την συμμετοχή του το έτος 1827 σε σοβαρές οδομαχίες στο Παρίσι ενάντια στην τυραννία του Καρόλου του 10ου (1824 – 1830) κατά τις οποίες τραυματίσθηκε σοβαρά, διέφυγε όμως της σύλληψης από την μοναρχική αστυνομία. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1830 συμμετείχε στην εξέγερση του παρισινού λαού που ανέτρεψε τον Κάρολο και την επόμενη χρονιά προσχώρησε στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple»), όπου συνεργάστηκε με τους επαναστάτες Μπουοναρρότι (Philippe Buonarroti, 1761 – 1837), Ρασπάϊγ (Francois – Vincent Raspail, 1794 – 1878) και Μπαρμπέ (Sigismond Auguste Armand Barbes, 1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας).

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1839

Κατά την βασιλεία του Λουδοβίκου Φιλίππου (1830 – 1848) κυνηγήθηκε κατ’ επανάληψη για τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες του και φυλακίστηκε 5 φορές (το 1831 δικάστηκε ως ύποπτος συμμετοχής σε συνομωσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για εξύβριση του δικαστηρίου, το 1832 δικάστηκε για προτροπή σε στάση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, το 1834 φυλακίστηκε για μερικούς μήνες ως ένοχος ανατρεπτικής αρθρογραφίας, τον Αύγουστο του 1836 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών ως ένοχος ίδρυσης παράνομης οργάνωσης, της «Societe des Familles», καθώς και κατασκευής όπλων και εκρηκτικών –αμνηστεύθηκε την επόμενη χρονιά με το διάταγμα της 7ης Μαϊου 1837- και το 1839 καταδικάστηκε ξανά ως αρχηγός συνομωσίας, αυτή την φορά σε θάνατο). Στο άρθρο του «Δημοκρατική Προπαγάνδα» (1833), ο Μπλανκί γράφει: «για να προχωρήσουμε χρειάζεται πρώτα να αποκαταστήσουμε τις δυνατότητές μας για ελεύθερη προπαγάνδα. Στο επίπεδο των ιδεών, οι αριστοκράτες είναι ανίσχυροι απέναντι των δημοκρατών. Ο λόγος που ακόμα έχουν ως όπλο τους τον Τύπο, είναι γιατί γνωρίζουν ότι με αυτόν μπορούν να διασπείρουν συκοφαντίες, την ώρα που εμείς μπορούμε να πείσουμε τις λαϊκές μάζες με μόνη δύναμή μας τις αρχές μας για ισότητα και αδελφοσύνη. Είναι απαραίτητο όμως η φωνή μας να μπορεί να τις φθάσει. Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, πολίτες, για να καταστρέψουμε το πιο αισχρό όλων των μονοπωλίων, το μονοπώλιο στην διαφώτιση. Για να διδάξουμε τους προλετάριους ότι έχουν δικαίωμα στις ελευθερίες, ότι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν, κοινή και ίση εκπαίδευση, ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση, ότι έχουν δικαίωμα σε ένα σωρό πράγματα που τώρα τους τα απαγορεύουν. Όπως βλέπετε, πολίτες, αυτό που έχουμε κατά νου δεν είναι τόσο μία πολιτική αλλαγή, όσο μία κοινωνική αλλαγή εκ θεμελίων».

Το δικό του πολιτικό ρεύμα, οι λεγόμενοι «μπλανκιστές» («blanquistes») της οργάνωσης «Εταιρεία των Εποχών» («Societe des Saisons») σε συνεργασία με τους Γερμανούς οπαδούς του Μπαμπέφ της οργάνωσης «Λίγκα των Ίσων», ηγήθηκαν τον Μάϊο του 1839 μίας ακόμη αποτυχημένης ένοπλης εξέγερσης στο Παρίσι κατά του βασιλιά. Ο Μπλανκί συνελήφθη και στις 14 Ιανουαρίου 1840 καταδικάστηκε σε θάνατο ως αρχηγός της εξέγερσης, αν και η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη στην φυλακή Mont-Saint-Michel, όπου οι άθλιες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν σοβαρά την υγεία του. Το 1844 μεταφέρθηκε σε μία φυλακή της Tours.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1848

Στις αρχές του 1848 ξέσπασε μία ακόμη παρισινή επανάσταση, όταν στις 23 Φεβρουαρίου ο στρατός του «βασιλιά – πολίτη» Λουδοβίκου Φίλιππου πυροβόλησε ειρηνικούς διαδηλωτές. Την επόμενη κιόλας ημέρα όλο το Παρίσι ήταν γεμάτο οδοφράγματα και κόκκινες σημαίες με αίτημα την Δημοκρατία και μέχρι το βράδυ τα ανάκτορα είχαν πέσει στα χέρια των επαναστατών που έκαψαν τον θρόνο του «δημοκράτη» μονάρχη, ενώ ο ίδιος έφευγε τρομοκρατημένος και σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση με ταυτόχρονη ανακήρυξη της λεγόμενης «Δεύτερης Δημοκρατίας» («Deuxième République», 1848 – 1851). Την ίδια ημέρα που έπεφτε το καθεστώς του Λουδοβίκου Φίλιππου, άνοιγαν και οι πόρτες των φυλακών προς την ελευθερία για όλους τους φυλακισμένους επαναστάτες. Οι Μπλανκί, Μπερνάρ, Μπαρμπέ και όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοί τους ήσαν τώρα ελεύθεροι να συμμετάσχουν στις επαναστατικές διαδικασίες. Η προσωρινή κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν και σοσιαλιστές όπως ο προστάτης των ανέργων Λουϊ Μπλαν (Louis Blanc, 1811 – 1882), είχε υιοθετήσει την καθολική ψηφοφορία, είχε διακηρύξει το δικαίωμα στην εργασία και είχε προβεί σε μείωση των ωρών εργασίας, όμως είχε απορρίψει όχι μόνον την υιοθέτηση της κόκκινης σημαίας, αλλά και όλα τα ριζοσπαστικά μέτρα κατά του ιδιωτικού πλούτου, τα οποία απαιτούσε η παράταξη των επαναστατών σοσιαλιστών. Καθώς οι διεκδικήσεις αυτές αναδύονταν η μία μετά την άλλη, πολύ σύντομα η μετριοπαθής κυβέρνηση άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με την αποτροπή εκείνου που την φόβιζε πιο πολύ από ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή μιας «κόκκινης δημοκρατίας»: «δεν ζούμε πια στο 1793, αλλά στο 1848! Η τρίχρωμη σημαία δεν είναι πια η σημαία της Δημοκρατίας, αλλά η σημαία του Λουδοβίκου Φιλίππου και της μοναρχίας. Υπό την τρίχρωμη σημαία διαπράχθησαν οι σφαγές στην οδό Transnonain, στο Faubourg de Vaise, στο Saint-Etienne και πάνω από 20 φορές βουτήχθηκε αυτή στο αίμα των εργατών. Ο λαός στα οδοφράγματα ύψωσε και εφέτος απέναντί της το κόκκινο χρώμα, όπως το ύψωσε και στα οδοφράγματα του Ιουνίου 1832, του Απριλίου 1834 και του Μαϊου 1839 και το καθαγίασε διπλά με την ήττα και την νίκη. Το κόκκινο χρώμα είναι πλέον το χρώμα αυτού του μαχόμενου λαού, μέχρι χθές κυμάτιζε υπερήφανα στις προσόψεις των κτιρίων και τώρα η αντίδραση το μολύνει σέρνοντάς το με ασέβεια στις λάσπες. Λένε ότι είναι μία σημαία αίματος και βεβαίως και είναι, μόνο που είναι του αίματος των μαρτύρων, του ίδιου αίματος που την έχει αναδείξει στο πραγματικό σύμβολο της Δημοκρατίας. Η προσβολή προς αυτήν είναι προσβολή προς τους νεκρούς μας», έγραφε ο Μπλανκί, όταν εισηγείτο την υιοθέτηση από τους επαναστάτες της κόκκινης σημαίας ως σημαίας τους.

Η ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΤΡΥ – ΡΟΛΛΕΝ

Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Μπλανκί είχε ιδρύσει την πολυπληθή επαναστατική οργάνωση «Κεντρική Δημοκρατική Εταιρεία» («Societe Republicaine Centrale»), με την οποία ζητούσε τα κεφάλια «τουλάχιστον 300.000 στελεχών της κοινωνίας του οργανωμένου κανιβαλισμού» ως προϋπόθεση για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς την πραγματική ελευθερία και διακήρυσσε ότι «η χειρότερη σκλαβιά είναι η πείνα» και «κάθε τι που βοηθάει την δειλία να σβήσει το ιερό δικαίωμα του δυναμισμού, αποτελεί επίθεση στις κοινωνικές αξίες, στην ελευθερία, στην φυσική τάξη, στην ουσία του ανθρώπου» (όπως παρατίθεται από τον Dommanget, σελ. 49), ενώ αντίθετα ο Μπαρμπέ είχε επιλέξει, προφανώς από ευγνωμοσύνη προς τον υπουργοποιημένο πια Λαμαρτίνο που του είχε σώσει την ζωή πριν 9 χρόνια, να μην στραφεί ενάντια στην νέα κυβέρνηση, αλλ’ αντιθέτως να την στηρίξει, αναλαμβάνοντας μάλιστα την διοίκηση του 12ου τάγματος της Εθνοφρουράς. «Έβαλε το τυφλό του πάθος στην υπηρεσία των αστών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν άριστα την ματαιοδοξία του» δήλωνε θυμωμένα ο Μπλανκί, που την ίδια εποχή είχε απορρίψει τις προτάσεις που του έκανε σε κατ’ ιδίαν συνάντηση ο Λαμαρτίνος, να μην επιτίθεται ενάντια στην κυβέρνηση (όταν την επόμενη χρονιά δικαζόταν ο Λαμαρτίνος και ανάμεσα στα άλλα τον κατηγορούσαν επίσης ότι είχε κάνει τότε ύποπτη ιδιωτική συνάντηση με τον Μπλανκί, είχε απαντήσει χαρακτηριστικά με την φράση «ω ναι, συνωμότησα μαζί του, όσο μπορεί να συνωμοτήσει ο κεραυνόπληκτος με τον κεραυνό!»).

Η αρχική διάσταση Μπλανκί – Μπαρμπέ έγινε περισσότερο εμφανής πρώτον με την ίδρυση από τον δεύτερο της καθαρά ανταγωνιστικής οργάνωσης «Λέσχη της Επανάστασης» («Club de la Revolution») μετά από παρότρυνση του πολυμήχανου υπουργού εσωτερικών Λεντρύ – Ρολλέν (Alexandre Auguste Ledru – Rollin, 1807 – 1874) και της κοινής τους φίλης Γεωργίας Σάνδη (Amantine Aurore Lucile Dupin ή «George Sand», 1804 – 1876) και δεύτερον με την εναντίωση στις δυναμικές διαδηλώσεις που είχαν οργανώσει στις 17 Μαρτίου 1848 οι «μπλανκιστές», οι οποίοι ζητούσαν αναβολή των εκλογών για την Εθνοφρουρά και την Εθνοσυνέλευση για έναν μήνα, ώστε να έχει χρόνο να ενημερωθεί ο πληθυσμός. Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες η διάσταση αυτή εξελίχθηκε σε ανοικτή έχθρα, όταν ο Μπαρμπέ εξαπατήθηκε από την πιο αισχρή προπαγάνδα και στράφηκε πια ανοικτά κατά του πρώην συναγωνιστή του: για να εξουδετερωθεί ο «ανεξέλεγκτος» και «επικίνδυνος», αλλά σχεδόν μυθικός, ιδίως για τους νέους επαναστάτες, Μπλανκί, η κυβέρνηση προώθησε δια χειρός Λεντρύ – Ρολλέν σε δημοσίευση στις 31 Μαρτίου 1848 ενός ανυπόγραφου χειρογράφου που δήθεν προερχόταν από τα αστυνομικά αρχεία του 1839, αλλά στην ουσία είχε γραφτεί λίγες ημέρες πριν, από τους συνεργάτες του.

Το χειρόγραφο, το οποίο δέχθηκε να ανατυπώσει στην ασήμαντη έως τότε εφημερίδα του «Revue Retrospective» ο απατεωνίσκος, συνεργάτης της αστυνομίας και μετέπειτα «αυτοκρατορικός βιβλιοθηκάριος» του Ναπολέοντος του Γ Jules Antoine Taschereau (1801 – 1874), αποδιδόταν αυθαίρετα στον Μπλανκί και παρουσιαζόταν ως δήθεν… χαφιέδικη αναφορά του στην μυστική αστυνομία τις παραμονές της εξέγερσης της 12ης Μαϊου 1839! Παρά το γεγονός ότι το χειρόγραφο φυσικά δεν είχε ούτε τον γραφικό χαρακτήρα του Μπλανκί, ούτε την υπογραφή του, ο Λεντρύ – Ρολλέν είχε πετύχει τον σκοπό του, καθώς η δημοσίευση έπεσε σαν βόμβα στους κύκλους των επαναστατών, όπου πρόθυμοι όσοι ήσαν υποστηρικτές της κυβέρνησης υιοθετούσαν και προωθούσαν περαιτέρω την συκοφαντία, ο δε Μπαρμπέ δήλωνε ανοικτά ότι ήταν παραπάνω από σίγουρος ότι ο Μπλανκί ήταν όντως χαφιές της μυστικής αστυνομίας και είχε προδώσει την απόπειρα της 12ης Μαϊου!
Την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης, ως έσχατη άμυνά του, ο «ξαφνικά τυλιγμένος με το πουκάμισο του Νέσσου» (όπως ο ίδιος το έγραψε) Μπλανκί υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της «Κεντρικής Δημοκρατικής Εταιρείας», αλλά αμέσως απέσπασε την δήλωση απόλυτης εμπιστοσύνης από τα περίπου 600 μέλη της, επανεξελέγη παμψηφεί και συνοδεύθηκε πανηγυρικά στο σπίτι από ένα μεγάλο πλήθος οπαδών του. Ωστόσο οι μη άμεσοι οπαδοί του, εκείνοι οι χιλιάδες αγωνιστές που δεν τον γνώριζαν προσωπικά, είχαν φυσικά καταπιεί την προπαγάνδα, απέναντι στην οποία το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Μπλανκί ήταν να γράψει στις 14 Απριλίου στην «La République» και επίσης να κυκλοφορήσει ως μπροσούρα σε 100.000 αντίτυπα μια απάντησή του, ένα συγκλονιστικό κείμενό του, στο οποίο επεκαλείτο το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καλύτερη απόδειξη της καθαρότητάς του ήταν η πολύχρονη και υπό τρομακτικές συνθήκες φυλάκισή του: «τον πρώτο χρόνο της φυλάκισής μου η σύζυγός μου πέθανε από απελπισία, ενώ για 4 ολόκληρα χρόνια, σε απόλυτη απομόνωση, έζησα την κόλαση και όταν βγήκα από εκεί τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, η καρδιά και το σώμα μου είχαν ραγίσει. Τώρα ακούν τα αυτιά μου κραυγές, όπως θάνατος στον προδότη! να τον σταυρώσουμε!… πούλησε τους συντρόφους του για χρυσό! χρυσό; έτσι ονομάζουν αυτοί τον αργό θάνατο σε μία σκοτεινή τρύπα και την αγωνία να προσπαθεί κανείς να επιζήσει μόνο με μαύρο ψωμί και νερό;» (Stewart, σελ.121).
Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ 15Ης ΜΑΪΟΥ 1848
Στις 15 Μαϊου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και αριστεροί εθνοφύλακες που απαιτούσαν πιο ριζοσπαστική και φιλεργατική εφαρμογή της Δημοκρατίας, καθώς και σύσταση «υπουργείου Εργασίας» εισέβαλαν στο «Palais-Bourbon» όπου στεγαζόταν η Εθνοσυνέλευση. Ο Μπλανκί που ηγείτο του πλήθους και 12 ακόμα ηγέτες της επαναστατικής Αριστεράς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μπαρμπέ) συνελήφθησαν ως υπαίτιοι και κλείστηκαν στις φυλακές για μια ακόμη φορά, κατηγορούμενοι για ένοπλη στάση, ενώ το ακέφαλο λαϊκό κίνημα οδηγήθηκε εύκολα στην εξόντωσή του κατά τις αιματοβαμμένες ημέρες του Ιουνίου. Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο του 1849 στο «Haute Cour» της πόλης του Bourges και ο Μπλανκί, με τον οποίο διαπληκτιζόταν σε όλη την διάρκεια της δίκης ο Μπαρμπέ, καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, ο Μπαρμπέ σε ισόβια, ο Ρασπάϊλ σε 6 χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι (Λουϊ Μπλαν, Albert, Benjamin Flotte, Sobrier, κ.ά.) σε μικρότερες ποινές.

Κατά την παραμονή του στην φυλακή Sainte-Pelagie, ο Μπλανκί συστηματοποίησε την δική του θεωρία για τον επαναστατικό Σοσιαλισμό με σταδιακή μετάβαση των κοινωνιών από την καπιταλιστική οικονομία σε μία κομμουνιστική, έπειτα από βίαιη επανάσταση, στην οποία μία ελίτ επαναστατών θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία και θα κοινωνικοποιούσε τα μέσα παραγωγής. Για τον Μπλανκί ο επαναστάτης ώφειλε να είναι αποφασισμένος, αφοσιωμένος, ορθολογιστής και φυσικά εχθρός της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί παρασιτικό μηχανισμό που συμβάλλει στην ανθρώπινη δυστυχία και εμποδίζει την πρόοδο των κοινωνιών. Κάθε επαναστατική «μπλανκιστική» οργάνωση έπρεπε για λόγους ασφαλείας να διέπεται από αυστηρή ιεράρχηση ρόλων, η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στην «Εταιρεία των Εποχών»: τα μέλη αποτελούσαν ανά 7 μία χωριστή μονάδα, την «εβδομάδα», στην οποία οι 6 ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου που ονομαζόταν «Κυριακή». Ανά τέσσερις τέτοιες ομάδες συγκροτούσαν μια δευτεροβάθμια μονάδα, τον «μήνα», με δύο αρχηγούς που ονομάζονταν «Ιούλιος» και «Δεκέμβριος», ενώ ανά τρεις «μήνες» συγκροτούσαν μία τριτοβάθμια μονάδα, την «εποχή», της οποίας οι αρχηγοί αναφέρονταν απευθείας στο τριμελές Συμβούλιο που αποτελούσε την ανώτατη αρχή της οργάνωσης.
ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Έχοντας περιοδεύσει διάφορες φυλακές (στο φρούριο του Belle Isle, από το οποίο κατόρθωσε πρόσκαιρα να δραπετεύσει αλλά καταδόθηκε από έναν ψαρά, στην Κορσική και στην Lambessa της Αλγερίας) αποφυλακίστηκε τελικά το 1859 με την ολοκλήρωση της ποινής του και επέστρεψε στο Παρίσι. Μετά από μόλις 2 χρόνια, το 1861, συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της συνωμοσίας και της ίδρυσης παρανόμων οργανώσεων και κλείστηκε ξανά στις φυλακές, ωστόσο δραπέτευσε τον Αύγουστο του 1865 και έφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην Γενεύη και μετά στις Βρυξέλλες), συνεχίζοντας με ακόμα μεγαλύτερη ένταση την προπαγανδιστική δράση του ενάντια όχι μόνο στην μοναρχία αλλά και στον Χριστιανισμό: «πρέπει ν’ απαρνηθούμε τον τίτλο του χριστιανού που μας επιβλήθηκε μέσα από απίστευτη βία, και επίσης πρέπει να τιμωρηθεί κάθε έκφραση της θρασύτητας που ούτε λίγο ούτε πολύ θέτει σήμερα εκτός νόμου όλα και όλους που δεν ανήκουν στην χριστιανική σέχτα. Παντού πια αυτό το όνομα του χριστιανού έχει υποκαταστήσει το όνομα του ανθρώπου σε σημείο που κάποιος απειλείται να μην θεωρείται άνθρωπος εάν δεν είναι χριστιανός», έγραψε στις 29 Μαρτίου 1869, επανερχόμενος στις 8 Απριλίου 1869 με εκ θεμελίων απόρριψη του Χριστιανισμού: «η πηγή της προόδου είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, συνεπώς ως κακό μπορεί να ορισθεί κάθε τι που εμποδίζει αυτήν την κυκλοφορία, ενώ ως καλό κάθε τι που την ενισχύει και την αναπαράγει. Υπό αυτή την οπτική, η ανακάλυψη της τυπογραφίας απετέλεσε την μεγαλύτερη ευεργεσία για την ανθρωπότητα και ο Χριστιανισμός την χειρότερη πληγή της, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας». 

ΝΕΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Κατά διαστήματα επισκεπτόμενος μυστικά το Παρίσι, δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1869 από τις Βρυξέλλες τις σκέψεις του για έναν φιλοσοφικό «Θετικισμό», ικανό να βοηθήσει την ανθρωπότητα να ξεφύγει από το σκοτάδι του Χριστιανισμού και να επανανακαλύψει την λογικότητα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Για τον Μπλανκί, που εκτιμούσε ότι η Γαλλική Επανάσταση σηματοδοτεί στην Ιστορία την απόλυτη ήττα των δυνάμεων της οργανωμένης καταπίεσης από την λαϊκή συλλογική βούληση, το «πραγματικό επαναστατικό όπλο» ήταν η μόρφωση, η οποία μόνον αυτή επέτρεπε στον άνθρωπο να φθάσει στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Η επανάσταση λοιπόν δεν αρκούσε να είναι μόνον πολιτική, αλλά επίσης και, κυρίως, κοινωνική, σε ένα μεγάλο τμήμα της μάλιστα μορφωτική. Η γενική αμνηστία του 1869 του επέτρεψε την επιστροφή του από το Βέλγιο στο Παρίσι, όπου στις 12 Ιανουαρίου 1870 και στις 14 Αυγούστου 1870 οργάνωσε δύο ακόμα εξεγέρσεις που όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Στην πρώτη είχε προσπαθήσει να προκαλέσει λαϊκή ανάφλεξη εκμεταλλευόμενος την διάχυτη οργή στην κηδεία του δημοσιογράφου Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870) την οποία είχαν παρακολουθήσει περισσότερα από 100.000 άτομα, και στην δεύτερη είχε αποπειραθεί με οπαδούς του να αρπάξει οπλισμό από στρατιωτικές αποθήκες. Στις 2 Σεπτεμβρίου όμως, ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων ο Γ και 100.000 στρατιώτες του αιχμαλωτίσθηκαν από τον γερμανικό στρατό του Βίσμαρκ στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας και δύο ημέρες μετά η δημοκρατική αντιπολίτευση ανακήρυξε στο Παρίσι την «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν κατά της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ο καταζητούμενος μέχρι τότε Μπλανκί βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή ιδρύοντας την επαναστατική λέσχη «Η πατρίδα σε κίνδυνο» («La patrie en danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Όταν το Παρίσι πολιορκήθηκε μετά από λίγο καιρό από τους Γερμανούς, η συντηρητική δημοκρατική κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Βίσμαρκ με σκοπό την συνθηκολόγηση, ενώ ως αποτέλεσμα φημών που κυκλοφορούσαν για την επικείμενη προδοσία πλήθαιναν οι διαδηλώσεις του δημοκρατικού λαού, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν πλέον οπλισμένο.


Στις 31 Οκτωβρίου 1870 ένοπλες ομάδες πολιτοφυλάκων καθοδηγούμενες από τον Μπλανκί και τους οπαδούς του κατέλαβαν όλα τα δημόσια κτίρια του Παρισιού για να πυροδοτήσουν γενική εξέγερση, αλλά απομονώθηκαν και κτυπήθηκαν από τον στρατό, ο δε Μπλανκί καταδικάστηκε στις 9 Μαρτίου 1871 ερήμην εις θάνατο.


Συνελήφθη στις 17 Μαρτίου μετά από κατάδοση ενώ κοιμόταν στο σπίτι ενός φίλου του στο Bretenoux και φυλακίστηκε στο Cahors, όμως σε λίγο το Παρίσι γνώρισε μία ακόμη μεγάλη εξέγερση και αυτήν την φορά πέρασε στα χέρια των επαναστατών: στις 26 Μαρτίου το επαναστατημένο Παρίσι εξέλεξε καινούργιο δημοτικό συμβούλιο με επίτιμο πρόεδρο τον φυλάκισμένο Μπλανκί (τον οποίο αρνήθηκε η κυβέρνηση του Θιέρσιου να ανταλλάξει, ούτε καν με αντάλλαγμα όλους τους έως τότε δικούς της αιχμαλώτους των κομμουνάρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Παρισιού) και δύο ημέρες μετά, στις 28 Μαρτίου, ανακηρύχθηκε η «Παρισινή Κομμούνα», στην οποία οι «μπλανκιστές» αποτελούσαν την πλειοψηφία.
Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ



Οι κομμουνάροι πάγωσαν τις τιμές στα ενοίκια κατά την διάρκεια του πολέμου, δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία, πάγωσαν τις πληρωμές των χρεών, εξίσωσαν τους μισθούς των υπαλλήλων και απαγόρευσαν τον ενεχυροδανεισμό και τον τοκισμό. Η σοσιαλιστική εκείνη Δημοκρατία υπήρξε ωστόσο βραχύβια, αφού τον Μάϊο του 1871 ο μοναρχικός γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Παρίσι και την κατέλυσε μέσα σε ένα λουτρό αίματος και θέατρο απίστευτης θηριωδίας που κόστισε τις ζωές περισσότερων από 20.000 κομμουνάρων. Ο φυλακισμένος Μπλανκί, του οποίου η υγεία είχε πλέον επιδεινωθεί σοβαρά, καταδικάστηκε σε νέα πολυετή ποινή, ως ηθικός αυτουργός στην εξέγερση.



Το 1872 εκδόθηκε το σχεδόν φιλοσοφικό βιβλίο του «Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» (στο οποίο, με βάση την αστρονομία, παρουσίασε λογοτεχνικά την προσωπική του θεωρία περί ύπαρξης παράλληλων κόσμων, των οποίων η Ιστορία είναι όμοια, αλλ’ απλώς διαφέρει στις λεπτομέρειες και τις εκβάσεις της), το δε 1877 μεταφέρθηκε στην φυλακή υψίστης ασφαλείας Chateau d’If σε νησί της Μεσογείου, από όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1879 έπειτα από 8 χρόνια παραμονής στην φυλακή, όταν εξελέγη βουλευτής στο διαμέρισμα του Μπορντώ (Bordeaux) στις εκλογές της 20ης Απριλίου του ιδίου έτους.

Τα οδοφράγματα της Κομμούνας του Παρισιού
(29 Απριλίου 1871)
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ

Συνέχισε απτόητος την επαναστατική δράση του, η οποία τερματίστηκε μόνον όταν έπαθε καρδιακή προσβολή κατά την διάρκεια μιας ομιλίας του σε επαναστατική πολιτική εκδήλωση στην Salle Ragache του Παρισιού στις 27 Δεκεμβρίου 1880, όπου αντιμετωπίστηκε με καγχασμό από μία μικροομάδα αναιδών νεαρών κομμουνιστών. Ξεψύχησε την Τρίτη 1 Ιανουαρίου 1881 στο νοσοκομείο και τάφηκε στο νεκροταφείο Περ Λεσαίζ (Pere Lachaise) στις 5 Ιανουαρίου. Στην κηδεία του παρευρέθησαν περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι (κατά τον εκδότη και κομμουνάρο Maurice Lachâtre, 1814 – 1900), κυρίως εργάτες και οπαδοί του με κόκκινες σημαίες και μαντίλια, ενώ η αστυνομία βρισκόταν σε αυξημένη επιφυλακή από τον φόβο πιθανής εξέγερσης. Επάνω από τον τάφο του, η θεία του και θαυμάστριά του Μαντάμ Αντουάν κατέστρεψε ένα στεφάνι που είχε τα χρώματα της «tricolore», ως «έμβλημα της τυραννίας», λίγο προτού αρχίσει να εκφωνεί τον επικήδειο λόγο η 50χρονη τότε επαναστάτρια Λουϊζα Μισέλ (Louisa Michel, 1830 – 1905), που επέμενε να ορκίζεται στο όνομά του κάθε φορά που την έσερναν ως κατηγορούμενη στα δικαστήρια.


Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, είδε το φώς της δημοσιότητας το βιβλίο του «Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885), στο οποίο διασώθηκαν διάφορα κείμενά του για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι οπαδοί του, οι «μπλανκιστές», αφομοιώθηκαν σιγά – σιγά ως «πολιτική τάση» στα, ακόμα επαναστατικά τότε, Σοσιαλιστικά Κόμματα. Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι μαρξιστές κομμουνιστές απαξίωσαν και αυτόν τον μεγάλο προγενέστερό τους επαναστάτη, που δήθεν δεν είχε καταλάβει την «αξία» του «προλεταριάτου» και των «μαζών», αν και η Ιστορία του 20ου αιώνα, του αιώνα των λαϊκών ολοκληρωτισμών τόσο της λεγόμενης Δεξιάς όσο και της λεγόμενης Αριστεράς, δικαίωσε πέρα για πέρα την αντίληψη ότι η καταφυγή στην «μάζα» προκαλεί πάντοτε τον πλήρη εκχυδαϊσμό όλων των υψηλών ιδεωδών. Για τον Ένγκελς λ.χ. ο Μπλανκί «ήταν σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τα κοινωνικά προβλήματα. Στην πολιτική του δραστηριότητα υπήρξε κυρίως ένας άνθρωπος της δράσης, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία, που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό κτύπημα την κατάλληλη στιγμή, θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί της με μερικές αρχικές επιτυχίες και άρα να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επανάσταση… βλέπουμε επομένως, πως ήταν ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς».

Η μετά θάνατον κατά βούληση χρήση του εξαιρετικού εκείνου ανθρώπου, δεν τερματίστηκε βεβαίως με τους αυτόκλητους «ειδικούς» της «σωστής» κοινωνικής ανατροπής. Κατά την φάση της μεταστροφής του μετέπειτα Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι από σοσιαλιστή σε λαϊκιστή φασίστα, ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1914 μέχρι το 1918 ως προμετωπίδα στην εφημερίδα του «Ο λαός της Ιταλίας» («Il Popolo d’ Italia») την φράση του Μπλανκί «όποιος έχει τα σιδερικά (δηλαδή τα όπλα) έχει και ψωμί».
Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2008
http://www.rassias.gr/1087BLANQUI.html