Αρχείο κατηγορίας ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Θεά Εστία

Ελληνίδα, σεβάσμια «παρθένα» Θεά, η συμμετοχή της «ηφαιστείας» φλόγας στην δημιουργία όχι ανθρώπων, αλλά Οίκων ανθρώπων, εκφράζουσα την ευγένεια, την αρμονική συμβίωση, την ανθρώπινη αφιέρωση σε σκοπούς, την Οικογένεια, την Φροντίδα, την Ασυλία, την ελπίδα για συνέχιση των γενών. Είναι η δύναμη του τόπου και της Ομοήθειας, ο Ιερός Κύκλος των συν(γ)-κατοικούντων και συν-τρεφομένων, γι’ αυτό άλλωστε και οι αφιερωμένοι στη λατρεία της Ναοί ήσαν κατά κανόνα κυκλικοί.
Ο Κορνούτος γράφει: «ΤΟ Δ’ ΑΕΙΖΩΟΝ ΠΥΡ ΑΠΟΔΕΔΟΤΑΙ ΤΗι ΕΣΤΙΑι ΔΙΑ ΤΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ [ΟΝ], ΤΑΧΑ Δ’ ΕΠΕΙ ΤΑ ΠΥΡΑ ΕΝ ΚΟΣΜΩι ΠΑΝΤΑ ΕΝΤΕΥΘΕΝ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΑΥΤΗΝ ΥΦΕΣΤΗΚΕΝ Η ΕΠΕΙ ΖΕΙΔΩΡΟΣ ΕΣΤΙ ΚΑΙ ΖΩΩΝ ΜΗΤΗΡ, ΟΙΣ ΑΙΤΙΟΝ ΤΟΥ ΖΗΝ ΤΟ ΠΥΡΩΔΕΣ ΕΣΤΙ. ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΔΕ ΠΛΑΤΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΜΕΣΟΥΣ ΙΔΡΥΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΣ» («το δε αείζωον πυρ έχει αποδοθεί στην Εστία επειδή και αυτό φαίνεται να είναι ον, ίσως επειδή όλα τα πυρά στον κόσμο από δω τρέφονται και χάρη σ’ αυτήν πήραν την υπόστασή τους, ή επειδή είναι ζωοδότρα και μητέρα των ζώων, στα οποία αίτιο ζωής είναι το πυρώδες. Και απεικονίζεται στρογγυλή και ο βωμός της στήνεται στο μέσον κάθε σπιτιού»).
Η «Θεογονία» του Ησιόδου την παρουσιάζει «αδελφή» του Θεού Διός, «θυγατέρα» και «πρώτο τέκνο» του Κρόνου και της Ρέας.

ΕΤΥΜΟ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Το όνομά της ετυμολογείται από το «εστάναι» (κατά τον Κορνούτο), ή από το «εύω» (ανάπτω), και ανέρχεται από πρωτο-ελληνική «εφέστια» θεότητα (στην μέση του μυκηναϊκού μεγάρου η Εστία είναι το κέντρο της ανθρώπινής διαμονής) στο Πάνθεον του Ολύμπου την ίδια εποχή που στον Ελληνικό Κόσμο κορυφώνεται η θεσμική σύνδεση Οίκου / Πόλεως.

Ο Κορνούτος γράφει «ΤΑΥΤΗΝ ΜΕΝ ΓΑΡ ΔΙΑ ΤΟ ΕΣΤΑΝΑΙ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΕΣΤΙΑΝ ΠΡΟΣΗΓΟΡΕΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ [Η ΔΙΑ ΤΟ ΤΑΥΤΗΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΣΩΤΑΤΩι ΤΕΘΕΙΣΘΑΙ Η ΔΙΑ ΤΟ ΕΠ’ ΑΥΤΗΣ ΩΣΑΝΕΙ ΕΠΙ ΘΕΜΕΛΙΟΥ ΤΟΝ OΛΟΝ ΕΣΤΑΝΑΙ ΚΟΣΜΟΝ]» («Οι αρχαίοι είπαν αυτήν Εστία διότι έχει σταθεί οριστικά [ή διότι έχει τεθεί αυτή από τη φύση στο εσώτατο σημείο, ή διότι όλος ο κόσμος έχει τοποθετηθεί επάνω σε αυτήν ωσάν επάνω σε θεμέλιο]»).

ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΑΣ
Καλοσυνάτη και ευγενική Θεά που εκφράζει το Ιερό Κέντρο του παντός, η Εστία είναι προστάτιδα των ανθρώπι­νων σπιτικών (εξ ού και οι επικλήσεις της «Πατρώα», «Ένοικος», «Σύνοικος», «Εφέστιος», «Πρυτανίτις»), στα οποία εγγυάται την σταθερότητα αλλά και την μονιμότητα (με πολικό της τον Θεό Ερμή) και την συνέχιση του βίου. Οι οικο – γένειες γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τής προσέφεραν τις πρώτες σπονδές τους πριν από κάθε άλλο Θεό: «αφ’ Εστίας».
Εκτός από το επίπεδο των σπιτικών, λατρευόταν επίσης και στο επίπεδο της Πολιτείας, ως άσβεστη «κοινή των πολιτών» εστία, στο ανά κάθε Πόλη «Πρυτανείο», υπό την φροντίδα ειδικών ιερειών, των παρθένων «Εστιάδων». Ο Κορνούτος γράφει: «ΠΑΡΕΙΣΑΓΕΤΑΙ ΤΕ ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΔΙΑ ΤΟ ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΣΙΑΝ ΜΗΔΕΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΝΗΤΙΚΗΝ -ΚΑΙ ΤΟΥΤΟΥ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΥΠΟ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΝΕΩΚΟΡΕΙΤΑΙ» («και παρουσιάζεται παρθένα διότι η ακινησία τίποτε δεν γεννά -και χάριν τούτου υπηρετείται από παρθένους»).

Το εφέστιο ιερό πυρ, για τους Έλληνες και όλους τους υπόλοιπους «εθνικούς» αποτελεί ένα ηθικό ον. Λάμπει, ζεσταίνει και μαγειρεύει την ιερή τροφή, όμως ταυτόχρονα «σκέπτεται» και έχει ολοκληρωμένη συνείδηση. Γνωρίζει τα καθήκοντα των ανθρώπων και επιβλέπει την εκπλήρωσή τους. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και «ανθρώπινο», γιατί κατέχει τη διπλή ανθρώπινη φύση, αφού σε υλικό επίπεδο, αναφλέγεται, κινείται, ζει, παρέχει αφθονία, ετοιμάζει τα γεύματα, τρέφει το σώμα και σε ψυχικό επίπεδο εκδηλώνει συναισθήματα και αγάπη, δίνει στον άνθρωπο αγνότητα, επιβάλλει το κάλλος και το αγαθό, τρέφει την ψυχή.
Υπό αυτή την οπτική, σε κάθε οργανωμένη εγκατοίκηση (Οίκος, Πόλις) υπήρχε πάντοτε μια αρμόδια «ιερά εστία», ως φυσικό άγαλμα της Θεάς. Εκεί έπρεπε να βρίσκονται πάντα μερικά αναμμένα κάρβουνα και λίγες στάχτες και ο ιδιοκτήτης κάθε Οίκου (ή οι «Εστιάδες» ιέρειες στην πολιτειακή λατρεία της Θεάς), είχε / είχαν ιερή υποχρέωση να διατηρεί / διατηρούν αυτό το πυρ άσβεστο ημέρα και νύχτα και συμφορές αναμένονταν στο σπίτι ή την Πόλη όπου έσβηνε το Ιερό Πυρ, το οποίο έπαυε να καίει στους βωμούς του μόνο όταν ολόκληρη η οικογένεια (ή Πόλις) είχε αφανιστεί.

Στον «Ορφικό» ύμνο της Θεάς, αυτή χαιρετίζεται ως ακολούθως:
«Εστία ευδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
η μέσον οίκον έχεις πυρός αενάοιο, μεγίστου,
τούσδε συ εν τελεταίς οσίους μύστας αναδείξαις,
θεισ’ αιειθαλέας, πολυόλβους, εύφρονας, αγνούς
οίκε Θεών μακάρων, θνητών στήριγμα κραταιόν,
αιδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε
μειδιόωσα, μάκαιρα, ταδ’ ιερά δέξο προθύμως,
όλβον επιπνείουσα και ηπιόχειρον υγείαν»

Στον «Ομηρικό» ύμνο της Θεάς τέλος, βλέπουμε ανάγλυφα την στενή σύνδεσή της με τον πολικό της Θεό Ερμή (με τον οποίον διαπιστωμένα από τον Παυσανία μοιραζόταν τμήμα του μεγάλου βωμού στο «Αμφιαράειον» του Ορωπού και μια εορτή στις Φάρες της Αχαϊας):

«Εστίη η πάντων εν δώμασιν υψηλοίσιν

Αθανάτων τε Θεών χαμαί ερχομένων τ’ ανθρώπων
Έδρην αίδιον έχαλχες πρεσβηίδα τιμήν
Καλόν έχουσα γέρας και τιμήν. Ου γαρ ατερ σου
Ειλαπίναι θνητοίσιν ιν’ ου πρώτη πυμάτη τε
Εστίη αρχόμενος σπένδει  μελιηδέα οίνον
Και συ μοι  Αργειφόντα Διός και Μαιάδος θιέ
Άγγελε των μακάρων χρυσόρραπι δώτορ εάων,
Ναίετε δώματα καλά, φίλα φρεσίν αλλήλοισιν
Ίλαος ως επάρηγε συν αιδοίη τε φίλη τε
Εστίη. Αμφότεροι γαρ επιχθονίων ανθρώπων
Ειδότες έργματα καλά νόω θ’ έσπεσθε και ήβη.
Χαίρε Κρόνου θύγατερ, συ τε και χρυσόρραπις Ερμής.
Αυτάρ εγών υμέων τε και άλλης μνήσομ’ αοιδής»

ΙΕΡΑ – ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Ιερό χρώμα της Θεάς Εστίας είναι το λευκό και σύμβολά της η οικιακή πυρά («εστία», φυσικό άγαλμά της όπως προείπαμε), ο πέπλος, και ο φλεγόμενος κύκλος, που συμβολίζει τη συνείδηση του Εαυτού, την πληρότητα, την αιωνιότητα και την ενοποίηση του πολλαπλού.

Η ΕΣΤΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ
H Θεά Βέστα (Vesta) είναι η ρωμαϊκή Θεά της εντοπιότητας, της αφοσίωσης και της οικιακής και λατρευτικής πυράς, αντίστοιχη προς την Εστία, στοιχεία της οποίας παρέλαβαν οι Ρωμαίοι μέσω των Ετρούσκων, οι οποίοι λάτρευαν την Θεά Έστα (Esta). Η ωραιότερη, λαμπρότερη και πλέον αγνή θεία οντότητα του Ρωμαϊκού Πανθέου, η λατρεία της οποίας εισήχθη από το ετρουσκικό Λαβίνιο (Lavinium) από τον Νουμά, ο οποίος έκτισε και τον περίφημο κυκλικό Ναό της (Atrium), όπου φυλασσόταν και το ιερό «Παλλάδιον».
Η Βέστα ήταν μία από τους Δώδεκα Μεγάλους Θεούς, θεωρείτο προστάτιδα των σπαρμένων αγρών και της οικογενειακής ζωής (όπου με τον κτήσιο Θεό Jupiter «Dapalis» αποτελούσαν την εγγύηση του καθημερινού γεύματος) και οι όρκοι στο όνομά της θεωρούντο οι πλέον ισχυροί και απαράβατοι. Στη λατρεία της ήσαν αφιερωμένες αρχικά 2, μετά 4 και αργότερα 6 παρθένοι, οι λεγόμενες «Vestalis» («Βεστάλες», «Εστιάδες»), ιέρειες που ήσαν πάντοτε λευκοντυμένες και είχαν μεγάλο κύρος, υπεύθυνες για τη διατήρηση της άσβεστης πυράς του Ρωμαϊκού Κράτους στο  Ναό της Βέστα. Ως δια βίου αφιερωμένες στην εξασφάλιση της ευημερίας της πόλεως, δηλαδή ως «πνευματικές μητέρες του Λαού», οι «Βεστάλες» απελάμβαναν εξαιρετικών τιμών και προνομίων. Στο πέρασμά τους όφειλαν να παραμερίζουν ακόμη και οι Ύπατοι, ενώ στους Αγώνες και το Θέατρο τούς προσφέρονταν οι πιο τιμητικές θέσεις. Θάβονταν όπως και οι επιφανείς άνδρες μέσα στο Forum, η μαρτυρία τους γινόταν αποδεκτή δίχως όρκο, η απλή παρουσία τους έκανε όποιον συνόδευαν απαραβίαστο (ακόμη και κατάδικοι απαλάσσονταν εάν τις αντίκριζαν έστω και συμπτωματικά), ενώ η όποια εναντίον τους προσβολή  επέφερε την ποινή του θανάτου. Από την άλλη, η παραβίαση του όρκου παρθενίας τους, ως απειλή για την ασφάλεια της πόλεως, τιμωρείτο με δημόσια μαστίγωση και θάνατο, τόσο της ένοχης ιέρειας όσο και του συνενόχου της (κάτι που βεβαίως συνέβη μόνον 20 φορές στους 11 αιώνες συνεχούς λατρείας της Θεάς). Η θητεία των «Βεσταλών» διαρκούσε 30 έτη, μετά από τα οποία είχαν αυτές το πλήρες δικαίωμα γάμου, αφού όμως πρώτα υπέβαλαν την παραίτησή τους από το ιερατικό αξίωμα.
Ο κυκλικός Ναός της Θεάς Βέστα στην Ρώμη
Κάθε 1η του μηνός Μαρτίου, οι ρωμαϊκές οικογένειες είχαν καθήκον να σβήσουν το ιερό τους πυρ και ν’ ανάψουν αμέσως ένα νέο, αποφεύγοντας όμως να χρησιμοποιήσουν τσακμακόπετρα και ατσάλι. Οι επιτρεπόμενη διαδικασία ήταν είτε να συγκεντρώνουν τις ηλιακές ακτίνες σ’ ένα κάτοπτρο, είτε να τρίβουν γρήγορα μεταξύ τους δύο τμήματα ξύλου ορισμένου πάντοτε είδους και κατά κανόνα από οπωροφόρο δένδρο.
Η Θεά ετιμάτο με μεγάλες θυσίες στις 25 Μαρτίου, αλλά και καθημερινά από τις «Βεστάλες» ιέρειες με προσφορά τροφής σε πήλινο πιάτο και πάντοτε μετά από τον καθημερινό καθαρμό του Ναού της με πηγαίο νερό. Κατά την μεγάλη επώνυμη εορτή της, στις 9 Ιουνίου (τα λεγόμενα «Βεστάλια», «Vestalia», που αποτελούσαν ημέρα αργίας για τους αρτοποιούς και τους μυλωθρούς) όλα τα γαϊδούρια, στεφανώνονταν, όπως και οι μύλοι, με άνθη και απαλάσσονταν από κάθε εργασία. Στα «Βεστάλια», οι πατρίκιες σχημάτιζαν ξυπόλητες μεγάλη πομπή προς τον Ναό της Θεάς, μεταφέροντας σε αυτήν προσφορές τροφίμων σε πήλινους δίσκους σε ανταπόδοση της μεγάλης ευλογίας της Θεάς στην οικογενειακή ζωή και εν γένει στον ανθρώπινο Πολιτισμό.
Ιερό ζώο της Βέστα ήταν ο γάϊδαρος, δείγμα του πανάρχαιου και της αυτοχθονίας της λατρείας της στην ιταλική γη (σύμφωνα με τον Οβίδιο, «Fasti, 6.319 ff», η Βέστα, που είχε ορκιστεί να παραμείνει για πάντα παρθένα, αρνηθείσα τόσο τον Θεό Ποσειδώνα όσο και τον Θεό Απόλλωνα, κινδύνευσε κάποτε να βιασθεί από την γονιμική θεότητα Πρίαπο, όμως την έσωσε το ογκάνισμα ενός γαϊδάρου). Η λατρεία της Θεάς κατεστράφη από τον χριστιανό αυτοκράτορα Γρατιανό το έτος 382.
Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2008

Advertisements

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ !

Σύντομη απάντηση στους θρασύτατους ορθόδοξους θεοκράτες και επιδοτούμενους γραφιάδες που τον τελευταίο καιρό προσπαθούν να πετάξουν από την καμπούρα του Χριστιανισμού ό,τι δεν τους βολεύει και να το φορτώσουν στον…» Παγανισμό», που πάει να πει (στην ορολογία τους) στην νόμιμη, αυτόχθονα και εθνική θρησκεία των Ελλήνων.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΘΕΩΝ

1. Η ανάγκη για εξηγήσεις και ορισμούς 
 
Όποιος ασχολείται με τα σχετικά πράγματα, ευκόλως αντιλαμβάνεται ότι τόσο εκείνοι που εχθρεύονται την Εθνική Ελληνική Θρησκεία, όσο και κάποιοι άλλοι, που δεν αποτελούν αλλ’ απλώς παριστάνουν ότι τάχα αποτελούν ενεργό τμήμα της, αποφεύγουν συστηματικώς να εξηγήσουν τι είναι τέλος πάντων εκείνο που αντιστοίχως αντιμάχονται ή τάχα τιμούν. Με λίγα λόγια, να εξηγήσουν τι είναι οι Θεοί. Αυτή η αποφυγή βεβαίως ερμηνεύεται και λογικώς και ευκόλως, αφού κανείς από τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες ανθρώπων δεν αγαπά ιδιαιτέρως την σαφήνεια, η οποία με την σειρά της, αγαπά ως γνωστόν μόνον τους ειλικρινείς και καλών προθέσεων ανθρώπους.
 
Προτού μιλήσουμε εμείς λοιπόν εδώ για την φύση των Θεών, την φύση των Θεών μας, θα ήταν πρέπον να γίνει μία μικρή αναφορά στα όσα εισαγωγικά παραθέτει ο θεολόγος – φιλόσοφος Σαλλούστιος στο γνωστό έργο του «Περί των Θεών και του Κόσμου». Γράφει λοιπόν ο Σαλλούστιος: «όσοι επιθυμούν να διδαχθούν για τους Θεούς πρέπει από της παιδικής τους ηλικίας να έχουν διαπαιδαγωγηθεί καλώς και να μην έχουν ανατραφεί με ανόητες δοξασίες. Πρέπει επίσης να έχουν φύση καλή και λογική συγκρότηση, προκειμένου ανάλογα να κατανοήσουν και την διδαχή. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουν αυτοί και τις κοινές έννοιες. Κοινές δε έννοιες είναι εκείνες τις οποίες ομολογούν όλοι οι άνθρωποι όταν ερωτηθούν με τον σωστό τρόπο».
 
Είναι σαφές ότι από τις πιο πάνω προϋποθέσεις ελάχιστες ισχύουν στις ημέρες μας, που οι άνθρωποι και δεισιδαιμονική διαπαιδαγώγηση έχουν υποστεί, και καλή σχέση με την λογικότητα δεν πολυέχουν, καθώς και ελάχιστη πρόσβαση διαθέτουν στις κοινές έννοιες των προγόνων μας Ελλήνων. Γι’ αυτό και θα απαιτηθεί από εμάς μεγαλύτερος κόπος για να κάνουμε κατανοητή την φύση των Θεών, πράγμα που ελπίζουμε να συγχωρέσει ο καλής τουλάχιστον προαιρέσεως αναγνώστης. 
 
2. Ένας εισαγωγικός ορισμός 
 
Αν θα έπρεπε να δοθεί ένας πρώτος, εισαγωγικός ορισμός των Θεών, αυτός θα ήταν ότι «Θεοί» ονομάζονται κάποια τέλεια και ταξιθετικά όντα που κατέχουν την Αθανασία και την Γνώση (παρουσιάζει μάλιστα ενδιαφέρον το να σημειώσουμε εδώ πως η Ιουδαϊκή Μυθολογία, σε ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον σημείο της, το 3. 22 της «Γενέσεως», εκεί που αναφέρεται στο παραμύθι περί των λεγομένων «πρωτόπλαστων της Εδέμ», ομολογεί σαφώς, υποτίθεται δια στόματος του Εθνικού της «Θεού» Ιαχωβά, το αυτό ακριβώς πράγμα, ότι δηλαδή η θεϊκή φύση δομείται από Αθανασία και Γνώση). Οι Θεοί, περιρρέουν / διαρρέουν απροσκόπτως όλον τον υλικό κόσμο και επιδρούν επάνω του, συμμετέχουν στην αειγενεσία, δηλαδή στην συνεχή σύνθεση και αποσύνθεση των μορφών, δεν εμπλέκονται σε ζώνες δράσεως άλλων Θεών και υπόκεινται στη νομοτέλεια του φυσικού κόσμου και υπηρετούν τους Νόμους του. Οι Θεοί δρουν ανελλιπώς και φυσικά δεν «αποσύρονται», δεν «συνενώνονται σε ένα πρόσωπο», δεν «αντικαθίστανται», δεν «παύουν να υπάρχουν», δεν «νικώνται», σύμφωνα με τις ορέξεις ή τις προσδοκίες ασεβών θνητών ή οργανωμένων συστημάτων ασεβείας. 
 
3. Όντα και όχι πρόσωπα 
 
Μιλήσαμε ήδη για «όντα» και δη στον πληθυντικό αριθμό. Για το τελευταίο, θα υπενθυμίσουμε εδώ απλώς ότι οι προσδιορισμοί «Έν» και «Μονάς» έχουν συγκριτική μόνον αριθμητική υπόσταση και προϋποθέτουν την υποχρεωτική ύπαρξη πλήθους. Τα πάντα είναι «πεπληθυσμένον Έν», μέσα σε αυτά τα πάντα όμως, ένα αυτοτελές «Έν» δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ. 
 
Επιστρέφοντας στον όρο «όντα» που ήδη χρησιμοποιήσαμε, θα τονίσουμε ιδιαιτέρως κάποια ακόμη πράγματα, ώστε ν’ αποφύγουμε να κατρακυλήσει ο προγραμματισμένος νους μας σε σύγχρονα περιοριστικά και αφύσικα καλούπια που εμποδίζουν την κατανόηση αυτού που όντως υπάρχει. Θα μπορούσαμε βεβαίως να κάνουμε λόγο για «δυνάμεις», γιατί αυτό είναι οι Θεοί, το λέει άλλωστε σαφώς και ο Σαλλούστιος όταν σημειώνει πως «οι Θεοί δεν συνίστανται από σώματα διότι οι δυνάμεις είναι ασώματες», αλλά ο όρος δυστυχώς στον σύγχρονο εγκέφαλο σηματοδοτεί αυτό που γνωρίζουμε ως «φυσικές δυνάμεις», όπως λ.χ. η βαρύτητα και τα ανάλογα σχετικά, οπότε ο όρος σαφώς δεν μεταδίδει ορθώς εκείνο που όντως είναι η Θεοί. Θα επιμείνουμε λοιπόν στον όρο «όντα», μετοχή ενεστώτος του ρήματος «ειμί» (δηλαδή είμαι, υπάρχω), πρωτίστως όμως, θα τονίσουμε ότι οι Θεοί δεν είναι «πρόσωπα», όπως οι ιουδαιογενείς Θρησκείες αντιλαμβάνονται τον υποτιθέμενο «Έναν» «Θεό» τους, και αυτό διότι κάθε «πρόσωπο» (ρωμαϊστί «Persona»), είναι αξιωματικώς μικρότερο του όντως Όντος και υποχρεωτικώς «δρά», αντί απλώς να «είναι», εγγυώμενο λ.χ. στην περίπτωση των Θεών, την συνοχή και ευταξία ενός συστήματος που εδράζει στην ύπαρξή τους. 
 
Επιπροσθέτως, η ύπαρξη «ωπός» (όψεως) προϋποθέτει «όριο» (εξωτερικό δηλαδή «φλοιό» ασχέτως βαθμού υλικότητος) ενός υποχρεωτικώς επιμέρους όντος, καθώς και αλλότριο εξωτερικό χώρο για τη στάση άλλων εξωτερικών του επιμέρους όντων και τη θέαση του ως «Όψη» (ρωμαϊστί «Vultus»), πράγμα βεβαίως άτοπο, αφού καθιστά τον Θεό μη άπειρο και μη πανταχού παρόντα. Ενώ οι αντιφατικοί θεολόγοι των ιουδαιογενών Θρησκειών υποχρεώνονται να θέσουν παραλόγως τον τάχα προσωπικό «Θεό» τους εκτός του εκδηλωθέντος Κόσμου, σε εμάς τους Εθνικούς, εξαιτίας ακριβώς αυτού του σαφούς απροσώπου τους, οι Θεοί μπορούν και διαχέονται στο όλον του όντως Όντος, καθώς φυσικά και ο ένας στον άλλον, δίχως όμως να επηρεάζει αυτό την ιδιαιτέρα φύση ενός εκάστου. 
 
Θα επανέλθουμε λοιπόν στον Σαλλούστιο, και συγκεκριμένα στο σημείο που αναφερόμενος στους Δώδεκα Θεούς του θεϊκού πλήθους σημειώνει πώς «..ενώ αυτοί οι δώδεκα κατά κάποιον τρόπο κατέχουν τον Κόσμο, θεωρούμε ότι και άλλοι Θεοί εμπεριέχονται σε αυτούς. Ο Διόνυσος στον Δία για παράδειγμα, ο Ασκληπιός στον Απόλλωνα και οι Χάριτες στην Αφροδίτη». Συνοψίζοντας, θα τονίζαμε λοιπόν ότι οι τέλειοι, αγαθοί, αθάνατοι, δίκαιοι, πάνσοφοι, αιώνιοι Θεοί, είναι επίσης και απρόσωποι, άνευ γένους, αμετάβλητοι, άπειροι, συνεκτικοί, αϋλοι αλλά και διϋλικοί. 
 
4. Το ανεπηρέαστο των Θεών 
 
Γίνεται σαφές με όλα αυτά (τα οποία ακυρώνουν βεβαίως και τις πονηρές θεωρίες που προωθούν μανιωδώς τον τελευταίο ενάμιση αιώνα διάφοροι θεοσοφικοί κύκλοι πως οι Θεοί είναι τάχα… αποθεωθείσες ψυχές θνητών !) ότι οι ξεκάθαρα μη προσωπικοί Θεοί είναι μέσα στον χώρο και τον χρόνο αλλά εντελώς ανεπηρέαστοι από αυτούς. Δεν περιέχονται και, κυρίως, δεν αναλίσκονται από τίποτε, όπως λ.χ. τα φθαρτά πράγματα από τον χρόνο, γι’ αυτό άλλωστε και αποκαλούνται ορθώς «Αθάνατοι» και «Άμβροτοι». Επίσης, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, δεν έχουν, όπως προαναφέραμε, φύλο, ούτε κάποιο άλλο χαρακτηριστικό των θνητών πλασμάτων. Κανείς Θεός δεν μπορεί ποτέ να διαχωρισθεί από την Πρώτη Αιτία. Το αυτό υποστηρίζει και ο Σαλλούστιος που επί λέξει γράφει ότι «κάθε Θεός είναι αγαθός, δίχως πάθη, και δεν υφίσταται μεταβολές. Είναι αδημιούργητος, και δεν περιέχεται σε σώμα ή στον (τρισδιάστατο) χώρο, δεν διαχωρίζεται δε από την Πρώτη Αιτία ούτε από τους άλλους Θεούς (όπως και οι Νοήσεις δεν διαχωρίζονται από τον Νού)». 
 
5. Μία πολύ χρήσιμη σύνοψη

 

Την τελειοτέρα έως σήμερα εξήγηση της φύσεως των Θεών έχω διαβάσει σε ένα, τρόπον τινά, πολυθεϊστκό «Σύμβολο της Πίστεως» που διετύπωσε πριν από αρκετά χρόνια, το 1991, η διεύθυνση του περιοδικού «Scroll οf Oplontis», που τώρα δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Αναδημοσιεύω:
«Υπάρχουν πολλοί Θεοί και Θεές. Είναι οι ανώτατες και ισχυρότατες όλων των υπάρξεων. Είναι πάνσοφες και δίκαιες. Οι Θεοί και οι Θεές είναι αθάνατοι και άξιοι κάθε σεβασμού και τιμής. 
 
Οι Θεοί έχουν πολλές μορφές και μπορούν να επιφαίνονται με πολλούς τρόπους. Είναι τόσο έμφυτοι όσο και ένδημοι. Είναι παρόντες στα στοιχεία και τις μορφές της Υπάρξεως. Εκδηλώνονται μέσα από τις φυσικές δυνάμεις, ως ύλη και ενέργεια, αλλά είναι συνάμα και ανώτατες οντότητες που δεν δεσμεύονται από καμμία υλική μορφή. Μπορούν ωστόσο να εμφανούν μέσα από ανθρώπινες ή άλλες υπάρξεις, όπως λ.χ. ζώα ή φυτά, ή μέσα από υλικά αντικείμενα. Δεν υπάρχουν ζωϊκά ή μορφικά όρια για τους Θεούς και τις Θεές. Είναι ό,τι επιθυμούν να είναι.
 
Το Θείον είναι πολύμορφο και πολύτροπο, τόσο από πλευράς εμφανίσεως όσο και από πλευράς πραγματικότητος. Κανένας μοναδικός Θεός ή Θεά δεν κρύβεται πίσω από την πολλαπλότητα των θείων μορφών. Οι Θεοί και οι Θεές είναι αντικειμενικά υπαρκτές οντότητες των οποίων η ύπαρξη δεν εξαρτάται από τις πεποιθήσεις ή τις πράξεις κατωτέρων όντων. Δεν είναι αρχέτυπα. Δεν είναι φανταστικά σύμβολα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων ή της ανθρωπίνης διανοίας. Ούτε είναι αλληγορικές αναπαραστάσεις φυσικών συμβάντων και διαδικασιών. 
 
Οι Θεοί και οι Θεές είναι πραγματικοί. Υπάρχουν. Η σοφία και η δύναμή τους δίνουν μορφή σε αυτό το Σύμπαν, σε αυτή την συγκεκριμένη μορφή του Κόσμου. Η ομορφιά και η χάρις τους θα διαρκέσουν αιώνια. 
 
Οι Θεοί και οι Θεές είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες υπάρξεις. Είναι όλοι τους εξίσου θείοι. Δεν εξουσιάζονται από καμμία άλλη οντότητα ή δύναμη. 
 
Οι Θεοί και οι Θεές χαίρονται όταν κατώτερα όντα ΕΛΕΥΘΕΡΑ αναγνωρίζουν την ύπαρξή τους και τους απονέμουν σεβασμό και τιμές. Δεν έχουν ωστόσο ανάγκη αυτής της αναγνωρίσεως, ούτε την επιζητούν. Οι παντοδύναμοι Θεοί και Θεές δεν χρειάζονται τίποτε. Απλώς σχηματίζουν ό,τι επιθυμούν». 
 
 
6. Μία ωφέλιμη ετυμολόγηση 
 
Σε συνέχεια των ανωτέρω, και καθώς όντως η αρχή της σοφίας είναι η καλή μελέτη των ονομάτων όπως ετόνιζε ο Αντισθένης, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος «Θεός», στην πραγματικότητα είναι επίθετο, χρήσιμο στο να προσδιορίζει το κάθε όν που έχει τα παραπάνω, κυρίως ταξιθετικά, χαρακτηριστικά. Ως προς την ρίζα του όρου, ο Ηρόδοτος (2. 52) λέει ότι οι Θεοί εκλήθησαν έτσι διότι συνέθεσαν τα φυσικά πράγματα σε κεκοσμημένο σύνολο: «έθυον δε πάντα πρότερον οι Πελασγοί θεοίσι επευχόμενοι, ως εγώ εν Δωδώνηι οίδα ακούσας, επωνυμίην δε ουδ’ ούνομα εποιεύντο ουδενί αυτών, ου γαρ ακηκόεσάν κω. Θεούς δε προσωνόμασαν σφέας από του τοιούτου ότι κόσμωι θέντες τα πάντα πράγματα και πάσας νομάς είχον», ενώ και ο στωϊκός θεολόγος Κορνούτος περιγράφει τους Θεούς στο σημαντικότατο βιβλίο του «Επιδρομή των κατά την Ελληνικήν Θεολογίαν Παραδεδομένων», με τα λόγια «θετήρες και ποιηταί των γινομένων». Η ετυμολόγηση εκ του «θέειν» που επιχειρεί ο Πλάτων στον «Κρατύλο» (397 δ), με παράδειγμα τον Ήλιο και την Σελήνη, είναι πολύ στενή και άρα σαφώς ασθενούς εγκυρότητος, αφού είναι μόνον εξυπηρετητική της γνωστής θεωρήσεως των ουρανίων σωμάτων ως «Θεών» από όλη την πυθαγορο-πλατωνική φιλοσοφική γραμμή (με την επιπρόσθετο μάλιστα πίστη ότι τα ουράνια σώματα θεωρούνται η πηγή της γνώσεως του Αριθμού ως θεμελίου της νοημοσύνης και της ηθικότητος), καθώς επίσης και από τον Αριστοτέλη στα πρώτα του έργα, και φυσικά από τους Νεοπλατωνικούς και τους Νεοπυθαγορείους. Αυτή η πλατωνική ετυμολόγηση θ’ αφορούσε καλύτερα την Τιτανίδα Θεία, που εκφράζει τον «ρόλο» της Κινήσεως μέσα στον εκδηλωμένο Κόσμο. 
 
7. «Δια ταύτα…» 
 
Με τα όσα ήδη αναφέραμε, έχει γίνει ελπίζουμε επαρκώς κατανοητό το τι είναι οι απολύτως υπαρκτοί Θεοί του Πολυθεϊσμού, όσο τουλάχιστον είναι απολύτως υπαρκτή και αυτή η ίδια η φυσική και αντικειμενική πραγματικότης, καθώς και το γιατί είναι έγκυρα όλα τα Εθνικά Πάνθεα και υπάρχουν όντως όλοι οι Θεοί στους οποίους από τα βάθη της Ιστορίας έστρεψαν τις επικλήσεις τους τα πολλά και ωραία τμήματα της πάλαι ποτέ πλουσίας και υγιούς Εθνόσφαιρας του πλανήτη Γή. Από αυτό το θείο ρέον εντός ρευστού που πληροί την «έδρα» των Θεών, τον πανταχού παρόντα αλλά σε αείποτε ανώτατο επίπεδο «Όλυμπο», ο κάθε άνθρωπος, η κάθε φυλή, το κάθε έθνος, «κατεβάζει» στην δική του φυσική πραγματικότητα αυτό που ταιριάζει στην ποιότητά του, την ιδιοσυγκρασία του και τις πολιτισμικές καταβολές του. 
 
Από την άλλη, όσο και αν η ψυχοπάθεια των χριστιανών θεολόγων τους οδήγησε στο να ρεκάζουν, πάντα αθεράπευτα μισαλλόδοξοι, αναιδείς και ασεβείς, ότι τάχα «όλοι οι Θεοί των εθνών είναι δαίμονες» (sic), όσο και αν το πραγματικό νόημα του υβριστικού όρου «Ειδωλολατρία» που χρησιμοποιούν για να προσβάλουν την πραγματική, φυσική, μη κατασκευασμένη, Θρησκεία της ανθρωπότητος, δηλαδή τον Πολυθεϊσμό, είναι όχι λατρεία «ανυπάρκτων» Θεών, όπως αφήνουν τον αφελή κόσμο να πιστεύει, αλλά λατρεία… υπαρκτών «δαιμόνων» (sic), ο Κόσμος θα εξακολουθεί να υπάρχει πολύ μετά την κατάρρευση όχι μόνο της «μονοθεϊστικής» απάτης, αλλά ίσως και μετά την κατάρρευση ολόκληρου του νύν «πολιτισμού» της Ύβρεως και της Ασεβείας. Μαζί του θα συνεχίσουν βεβαίως να υπάρχουν και οι Θεοί, οι πραγματικοί πολλοί και φυσικοί Θεοί μας. Σε ασύλληπτα για τον νού μας μέλλοντα, όταν προ πολλού οι τελευταίοι παπάδες των κατασκευασμένων Θρησκειών θα έχουν μετατραπεί, όπως και τα απίθανα πλούτη τους και τα εξουσιαστικά μπιχλιμπίδια τους, σε τίποτε περισσότερο από μία ασήμαντη ποσότητα αστρικής σκόνης.
 

Εμείς οι Ες Παγάν Έλληνες

Πριν από αρκετές δεκαετίες ο Π. Κανελλόπουλος διατεινόταν (στο εργό του “Η Κοινωνία Της Εποχής Μας”, Αθήναι 1932) ότι τάχα… “η ιδέα του έθνους είναι προϊόν αλόγου μυστικής ανάγκης και δεν συλλάμβανεται λογικώς”. Για εμάς αντιθέτως, η πρόσληψη της έννοιας “έθνος” είναι και διαυγής και λογική, όπως άλλωστε και η επαναδιεκδικούμενη αρχαία αυθεντικότητα, η οποία διαθέτει μία πολύ σαφή Γλώσσα, σαφέστατη και καθαρή. Η αληθής λοιπόν υπεράσπιση τής επίσης αληθούς εθνικής προσωπικότητας παντός λαού, που διαθέτει μία ζώσα παράδοση, κινείται πολύ πέρα από τον αγνωστικισμό των σοφιστών και των “ίσων αποστάσεων”, αλλά και πέρα από τους ιαχωβιστικούς/οικουμενιστικούς βάλτους του “Εθνικισμού”, του ρατσισμού, της “πάλης” των φυλών, της “εξελικτικής” εθνολογίας, της ανόητης “αιματολογίας”, της γραμμικής Ιστορίας και των λοιπών γελοιοτήτων τού μεταχριστιανικού κόσμου και απαιτεί πολύ συγκεκριμένα πράγματα: την ανά τόπους επαναφορά – ή εν ανάγκη ακόμη και την επανεφεύρεση! – του αληθούς πατρώου “έθους” και την παγκόσμια συντονισμένη αποκεντρωτική αναγέννηση των “εθνών”. Και κάτι τέτοιο περνάει αναγκαστικά μόνο μέσα από την συνεχή αυτόθεσμιση και την άπειρη πολλαπλότητα, ή για να το πούμε κάπως πιο ωμά, μέσα από την ολοσχερή ανατροπή του βίαιου οικουμενισμού και της τερατώδους ομοιομορφίας, που προώθησε και προωθεί ο κυρίαρχος και ισοπεδωτικός “Μονοθεϊσμός”, σε όλες του τις αμέτρητες εκφάνσεις…
 
Ο κάθε έμφρων άνθρωπος αναγνωρίζει σήμερα τον ιερό κοινωνικό κανόνα, ότι για την όποια κοινωνική υγεία δεν αρκεί απλώς το άτομο να εφευρίσκει συνεχώς καινούρια δικαιώματα, αλλά ότι η κοινωνική οργάνωση και λειτουργία οφείλει να είναι με τέτοιον τρόπο καθορισμένη, ώστε να ενθαρύνει, να επαυξάνει και να πολλαπλασιάζει αυτά τα (ανθρώπινα όμως και όχι στενά ατομικά) δικαιώματα. Μία παντελώς διαφορετική λοιπόν από την νυν ισχύουσα κοινωνική οργάνωση και λειτουργία, βασισμένη επάνω στην εντοπιότητα, την αυτοθέσμιση, την πολυφωνία και τον θετικό όσο και αυστηρό, (επανακαθ)ορισμό της έννοιας “πολίτης”, με την άμεση λήψη αποφάσεων μόνον από εκείνους, που εμπράκτως ενδιαφέρονται για τα κοινά και επίσης αρνούνται την πασιφανή αλλοτρίωση των δυνάμεών τους μέσα απο τήν εξαπάτηση τής οποιασδήποτε “εκπροσώπησης”, συνεπώς μία παντελώς διαφορετική κοινωνική οργάνωση και λειτουργία, βασισμένη στα στοιχεία εκείνα, που συνέθεσαν την αρχαία λαμπρότητα, είναι το μοναδικό μονοπάτι, που απομένει σε τούτο τον κόσμο των ανθρωπόσχημων “νεκρών”, που κυβερνώνται από νεκρούς”, ο οποίος τόσο ταχύρυθμα αποσυντίθεται, τουλάχιστον μπροστά στα όμματα των ελάχιστων, που εισέτι τιμούν την ανθρώπινη ιδιότητά τους και επιμένουν να παρατηρούν και να αναλύουν τα σκούρα χρώματα των καιρών. Σε ετούτο τον κόσμο που μοιάζει να έχει αποθέσει τις ελάχιστες πλέον ελπίδες σωτηρίας του αποκλειστικά στο ανύπαρκτο έλεος ενός ανύπαρκτου δικτάτορα των Ουρανών και στους νεκροζώντανους δούλους αυτού, που τον κυβερνάνε στο όνομά του. Και ο καιρός ολοένα λιγοστεύει, τρομακτικά γρήγορα.
 
Από την μεριά μας έχει ειπωθεί αυτό που ήταν να ειπωθεί και απλώς περιμένουμε. Το μοναδικό αίτημά μας, το οποίο ωστόσο ακυρώνει κάθε επι μέρους προηγούμενο αίτημα απαλλοτρίωσης της καθημερινής μας ζωής, είναι ή άμεση επανάνθιση των αρχαίων “εθνών”, η επιστροφή των αυτοκαθορισμένων κοινωνιών, των φυσικών πολυθεϊστικών Θρησκειών και των αυτόνομων / αυτοδιευθυνομένων κοινοτήτων. Αναφερόμενοι στις πηγές, εμείς οι “ες παγάν” αρχαιότροποι, γινόμαστε για το Σύστημα τρομακτικά απρόβλεπτοι, το αληθινό Α και Ω του παιχνιδιού. Εκείνοι οι δυστυχείς λακέδες της ανθελληνικής βυζαντιοκρατίας, που τυχόν θα κληθούν κάποτε…ίσως…να μας καταστείλουν, χρησιμοποιώντας άλλα, πιο σοβαρά ιδεολογικά όπλα από την γελοία και απέλπιδα απόπειρα να μάς εμφανίσουν στα μάτια των απληροφόρητων, σαν δήθεν… “οψώνια της αρχαιολατρίας”, “προγονόπληκτους” και… “γραφικούς”, πρέπει πρώτα από ο,τιδήποτε άλλο να μας κατανοήσουν. Και αυτό δεντο μπορούν, για τον απλούστατο λόγο ότι εάν ποτέ κατορθώσουν κάτι τέτοιο, τότε αυτομάτως όλοι τους (άπαντες, πλην των ελάχιστων μόνον “ποτισμένων” γενίτσαρων) θα πάψουν να είναι αυτό που τώρα είναι. Τους χαρίζουμε από τώρα το χαμόγελό μας και την φυσικά, μη – χριστιανική (άρα μήπως… “ειδωλολατρική”;;) αγάπη μας.
 

Πηγή: Βλάσης Ρασσιάς Εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη -Έθνος – Εθνισμός, Εθνοκράτος – Εθνικισμός
http://pansyrinx.org

ΤΑ «ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

                                  (Δημοσιεύθηκε στο 75ο τεύχος του περιοδικού «Διιπετές»)
Ο λεγόμενος «Μονοθεϊσμός» έχει επικρατήσει, εκεί που έχει επικρατήσει, με κύριο εργαλείο του την ομολογουμένως υπεραποδοτική διαχείριση του ανθρώπινου φόβου. Εκείνο που κατεξοχήν φοβούνται οι αφιλοσόφητοι άνθρωποι είναι η «απώλεια», η «ανυπαρξία» και όλοι οι ανάλογοι όροι που ωστόσο σε συμπαντικό επίπεδο στερούνται νοήματος, αφού τίποτε μέσα στο Είναι δεν μπορεί να «απωλεσθεί». Καμία απολύτως «απώλεια» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα δεδομένο και άφθαρτο σύνολο, το οποίο απλώς φιλοξενεί μέσα του μία ατελείωτη αλλαγή μορφών και καταστάσεων.
Ο αφιλοσόφητος άνθρωπος στην πραγματικότητα αγωνιά για το εάν ή όχι θα απωλέσει το πρόσκαιρο όσο και ασήμαντο «εγώ» του. Ως συνέπεια αυτού, νοιώθει ανασφαλής και αναδιπλώνεται ακόμα περισσότερο προς την εξατομικευμένη προσωπικότητα, προσπαθώντας να «οχυρωθεί» πίσω από το αυθαίρετο σύμπλεγμα χαρακτηριστικών προσωπικότητας που εκλαμβάνει λανθασμένα ως εαυτό. Ενισχυτικός σε αυτού του είδους τις «οχυρώσεις» είναι ο Χριστιανισμός, μία Θρησκεία που προσανατολίζει τον πιστό να «σώσει» αποκλειστικά την «δική του» ψυχή (1).
Όλη αυτή όμως η κολοσσιαία αγωνία για μια μεταθανάτια ζωή θα φάνταζε όχι μόνον παράλογη αλλά και αρρωστημένη στα μάτια ενός αρχαίου Έλληνα, όσο τουλάχιστον παράλογη αλλά και αρρωστημένη φαντάζει και στα μάτια ενός σύγχρονου εθνικού: το ερώτημα περί αθανασίας ή όχι της ψυχής, δηλαδή της αόρατης αρχικής αιτίας των βιοφυσιολογικών εκδηλώσεων, απαντάται δίχως δισταγμό καταφατικά, όπως ακριβώς απαντάται το ερώτημα περί αθανασίας κάθε υλικής υπόστασης (από το ρήμα «υφίστημι») ενός άναρχου και ατελεύτητου υλικού Όλου. Η ψυχή είναι αθάνατη, αλλά και μη προσωπική και, κυρίως, δεν υπάρχει περί αυτής καμία απολύτως εκκρεμότητα για το εάν ή όχι θα… «σωθεί».
Σε όλες τις ελληνικές οντολογικές – φιλοσοφικές σχολές, εκείνο που έχει γίνει εμφανές στο επίπεδο της γήϊνης ζωής, δίνοντας την ζωή και την κίνηση στις θνητές υπάρξεις, μετά τον βιολογικό θάνατό τους περνάει στην αφάνεια, όπως το έχει όμορφα διατυπώσει ο Παρμενίδης (2), επιστρέφοντας στα Αθάνατα. Σε αυτό εξαντλεί το ενδιαφέρον της για τα «μετά θάνατον» πράγματα η Ελληνική Εθνική Θρησκεία, η οποία, αντίθετα από τους διαχειριστές των φοβιών των ανθρώπων, ασχολείται πρωτίστως με, και φυσικά τιμά, την ζωή. Η μη προσωπική ουσία του θνητού ανθρώπου, επιστρέφει μετά το βιολογικό τέλος του εκεί που ανήκει, δηλαδή στο Αιώνιο, το Τέλειο, το Μακάριο, το Φωτεινό. Δίχως περιφράσεις, ο θείος Ηράκλειτος το έχει πει σε όλους όσους έχουν την δυνατότητα να κατανοούν έναν στοιχειωδώς πυκνό λόγο: «ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΘΝΗΤΟΙ, ΘΝΗΤΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ, ΖΩΝΤΕΣ ΤΟΝ ΕΚΕΙΝΩΝ ΘΑΝΑΤΟΝ, ΤΟΝ ΔΕ ΕΚΕΙΝΩΝ ΒΙΟΝ ΤΕΘΕΝΩΤΕΣ». Που πάει να πει ότι το Θείο περιοδικώς «ανασταίνεται» με τον θάνατο των θνητών όντων και «πεθαίνει» κάθε φορά που κατέρχεται σε αυτά για να εμψυχώσει την βιοφυσιολογική ύπαρξή τους.
Σε αρκετούς που δεν έχουν ασχοληθεί σε βάθος με την Ελληνική Κοσμοαντίληψη, υπάρχει η εσφαλμένη εντύπωση ότι οι διάφορες οντολογικές – φιλοσοφικές σχολές των εθνικών Ελλήνων (λ.χ. η κυρίαρχη των Υλοζωϊστών και οι διαφοροποιημένες πυθαγοροπλατωνική και ατομική) είχαν αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις για την μετά τον βιολογικό θάνατο των θνητών πορεία της ψυχής. Τουναντίον, καμία τους δεν υποβίβασε την ψυχή σε κεντρική φιγούρα μίας ηθικοθρησκευτικής εσχατολογίας και καμία τους δεν απαξίωσε την παρούσα, απτή και πραγματική ζωή των θνητών όντων προς χάριν ενός «μεταθανάτιου» ονειροπολήματος ή κανονικού εκφοβισμού.
Στους Έλληνες, όπως προείπαμε, η μη προσωπική ουσία του θνητού ανθρώπου, επιστρέφει μετά το βιολογικό τέλος του στους κόσμους των Θεών. Σε αρκετά σημεία του υπέροχου εκείνου κειμένου του «Τα ες Εαυτόν», ο εστεμμένος φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος τονίζει αυτή την στενότατη αλλά άγνωστη για τους αφιλοσόφητους συγγένεια: «να έχεις ασφαλή τον εσωτερικό σου δαίμονα από προσβολή και βλάβη… o Θεός που είναι μέσα σου να κυβερνά αληθινόν άνδρα, ηλικιωμένο, με διάνοια πολίτου, άρχοντα που έχει τακτοποιημένα τα δικά του και θέση πολεμιστή, που περιμένει έτοιμος το σύνθημα της αποχωρήσεως και ούτε όρκους χρειάζεται ούτε μαρτυρίες άλλων…. αν εκτελείς εκείνα που απαιτεί η κάθε στιγμή, ακολουθώντας τον ορθό λόγο με επιμέλεια, με θάρρος και καλή θέληση και χωρίς πάρεργα, τότε κρατείς τον δαίμονα του εαυτού σου διαρκώς αγνό, ωσάν να επρόκειτο άμεσα να τον επιστρέψεις… την ύπαρξή σου έλαβες ως μέρος ενός συνόλου. Θα εξαφανισθείς αργότερα μέσα σ’ εκείνο που σε γέννησε. Ή μάλλον θα μεταβληθείς και θ’ αναληφθείς στον Λόγο που σε δημιούργησε… Δεν είναι κακό ότι τα πράγματα μεταβάλλονται ούτε καλό ότι κάποια αποκτούν ύπαρξη από την μεταβολή…»
Πριν αναφερθούμε στην πλατωνική εικόνα για την αθανασία της ψυχής, θα ανοίξουμε εδώ μία σύντομη παρένθεση για ένα ακόμη λάθος που διαπράττουν όσοι δεν έχουν ασχοληθεί σε βάθος με την Ελληνική Κοσμοαντίληψη, και συγκεκριμένα για την αντίληψη της εικόνας του βασιλείου του Άδου όπως αυτό περιγράφεται στα ομηρικά έπη, αλλά και σε έργα της κλασικής εποχής, ως «παρόμοιου» με το ασαφές επέκεινα στο οποίο υποτίθεται, κατά τους χριστιανούς, ότι «ζουν» οι προσωπικές ψυχές των δικών τους νεκρών. Η εικόνα όμως του βασιλείου του Άδου είναι χρονικά παράλληλη με τις οντολογικές – φιλοσοφικές αντιλήψεις που με σαφήνεια τηρούν απόσταση από την αυταπάτη περί προσωπικών ψυχών. Αυτό που ζει στον Άδη δεν είναι η πραγματική ψυχή των τεθνεώτων, αλλά η «σκιά» της βιογραφίας τους, μία αποθήκευση τον «σκληρό δίσκο» του αιώνιου Όντως Όντος, που υπάρχει μόνον στο μέτρο που κάποιος θα έλθει να κάνει ένα «διπλό κλικ» επάνω της. Με μνημόνευση, με απόδοση τιμών, με τελετή…
   
Όπως έχει επισημάνει ο Ζαν Πιέρ Βερνάν, η αθανασία της ψυχής που απασχολεί τον Πλάτωνα, και εν γένει την πυθαγοροπλατωνική γραμμή θα συμπληρώναμε εμείς, δεν είναι παρά η αθανασία του ανώτερου τόπου της ψυχής, ως ενός αποσπάσματος της θεότητας, απαράλλακτα, έστω κι αν ο ανυποψίαστος αναγνώστης εκπλήσσεται, με τον «δαίμονα εαυτού» των, υλοζωϊστών στην βάση τους, Στωϊκών. Δεν πρόκειται για εξατομικευμένη αθανασία, για την αθανασία κάποιου περαστικού «εγώ», αλλά για την αθανασία του πραγματικού εαυτού ως αποσπάσματος της θεότητας. Ο ίδιος ο Πλάτων δηλώνει ότι οι ψυχές που διατηρούν δεσμούς με το σωματικό «εγώ» καταντούν φαντάσματα, και ο Βερνάν το επεξηγεί αρκετά γλαφυρά με τα ακόλουθα λόγια: «αυτές οι ψυχές… έμειναν υπερβολικά προσωπικές, υπερβολικά εξατομικευμένες και παράλληλα σωματοποιημένες. Συνεπώς, δεν μπορούν να σμίξουν με τα άστρα με τα οποία συγγενεύουν. Με άλλα λόγια, έργο της ψυχής δεν είναι να εκφράζει την ιδιαιτερότητα του καθενός από εμάς, αλλ’ αντίθετα να φροντίζει ώστε η ιδιαιτερότητα αυτή κάποια στιγμή να ξεπερνιέται, ώστε ο καθένας μας, στο τέρμα μιας καθαρής ζωής, να παραδίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και στο Θείον» (3).
Οι διάφορες οντολογικές – φιλοσοφικές σχολές μας λοιπόν συγκλίνουν στο ότι αυτό που ακολουθεί τον βιολογικό θάνατο είναι η ένωση του προσκαιροποιημένου αιώνιου με την πηγή του, όπως και τα σωματικά συστατικά κάνουν την δική τους επιστροφή στην κοινή ουσία που τροφοδοτεί τις επόμενες σωματικές πυκνώσεις που θα αναδείξουν νέα θνητά όντα. Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι στην Ελληνική Εθνική Θρησκεία δεν υπάρχει χώρος για διαχειριστές του φόβου, αφού στο σχήμα που αυτή πρεσβεύει για τον κύκλο ζωή – θάνατος – ζωή δεν υπάρχει τίποτε απολύτως για να φοβηθεί κανείς. Εκτός αν κάποιοι έχουν φθάσει σε τέτοιο βαθμό πνευματικής διάλυσης που να κυριεύονται από φόβο στην ιδέα ενός ανθρώπου που είναι συγγενής των Θεών και ενός Όλου που δεν χωράει κανέναν υπερκείμενο δικτάτορα, λογιστή ή δεσμοφύλακα.
Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2011
(1) Αναλυτικά αυτή η διαδικασία περιγράφεται στο «Σημειώσεις επάνω στον Φόβο και την Αφοβία / Notizen uber die Angst und die Angstlosigkeit» του γράφοντος, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2006
(2) «ΚΑΙ ΤΑ ΨΥΧΑΣ ΠΕΜΠΕΙΝ (Η ΔΑΙΜΩΝ Η ΠΑΝΤΑ ΚΥΒΕΡΝΑ) ΠΟΤΕ ΜΕΝ ΕΚ ΤΟΥ ΕΜΦΑΝΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΕΙΔΕΣ, ΠΟΤΕ ΔΕ ΑΝΑΠΑΛΙΝ».
(3) Στο «Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και εμείς. Η επικαιρότητα του Αρχαίου Κόσμου», εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 1992, σελ. 133

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΗΝ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Συλλογή υπογραφών με παραλήπτη την «Ελληνική» κυβέρνηση και αίτημα την θεσμική αναγνώριση στην χώρα μας της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας.
Υπογράψτε ΣΗΜΕΡΑ την ηλεκτρονική έκκληση και βάλτε ένα ακόμη λιθαράκι προς το μεγάλο όραμμα. Ευχαριστούμε προκαταβολικά για την ενεργή συμμετοχή σας.

Please help the native hellenic tradition and religion to become recognized as a statutory corporation in Greece

Native Hellenic Tradition and Religion is not recognized as a Statutory corporation in Greece. Its hellenic Non Profit Organization YSEE – “founded in June of 1997 aiming to the morale and physical protection and restoration of the Polytheistic, Ethnic Hellenic religion, tradition and way of life in the ‘modern’ Greek Society” – has to pay trade tax, though it is not business but a supporting movement.
No one is helping them, neither the EU nor the greek Government, which is influenced by orthodox theocracy. They are attacked by orthodox Fundamentalists and Nationalists (dash, defamation, demagogy) without having the chance to protect themselves and the government takes no notice of their difficult situation. Some Ethnic hellenes received death threats, a book store and a house of hellenes were burned down on purpose, people are afraid to loose their jobs, if they come out as ethnic Hellenes/polytheists and no political party is willing to help them and to fight for their rights as a community or minority.
There is also the fact that the ethnocide of hellenes and the suppression of their religion by early byzantine christians gets No official Recognition by modern greek state. The aim of this petition is to put pressure on greek government to accept and recognize the hellenic tradition, their ethnocide and the right to exist and to have Rights, just like every other native tradition should have in the EU.
The ethnic (Ethnikoi) Hellenes worry about the future of hellenic tradition and future about of brothers and sisters in Greece. Please help them.
What they ask are three simple and democratic things:
  1. the GRANTING OF THE QUALITY OF LEGAL ENTITY TO THE HELLENIC ETHNIC RELIGION
  2. the PROTECTION OF THE HELLENIC ETHNIC RELIGION AS PART OF THE “NATIONAL HERITAGE” OF GREECE
  3. the INSTITUTIONAL ESTABLISHMENT OF EQUALITY OF RIGHTS (“ISONOMIA”) – EQUALITY BEFORE THE LAW – EQUALITY OF SPEECH (“ISEGORIA”) OF THE HELLENIC ETHNIC RELIGION
Please sign and support the Native Hellenic Tradition and Religion http://goo.gl/a6ctO